Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ ήταν μια από αυτούς. Ιστορικός με βαθιά γνώση του Βυζαντίου, διανοούμενη με πολιτικό λόγο, καθαρότητα σκέψης και εμφανή ηθικό άξονα, υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής της την ιδέα της ιστορικής σκέψης ως δημόσια αποστολή.

 
Καμιά φορά όμως αναρωτιέμαι: ήταν μόνο τα ατομικά της χαρακτηριστικά αυτά που την έκαναν να ξεχωρίσει; Προσωπικά, δεν το πιστεύω. 
Η Αρβελέρ έχει χαραχτεί στη συλλογική μας μνήμη πρωτίστως ως η πρώτη γυναίκα πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης - στο συλλογικό μας ασυνείδητο αυτό είναι πιο γνωστό από οποιοδήποτε ακαδημαϊκό της έργο. Η αναγνώριση από ένα τέτοιο Ίδρυμα λειτουργούσε αυτομάτως συμβολικά. Η Σορβόννη έχει αδιαμφισβήτητο ιστορικό βάρος, θεσμική συνέχεια, πολιτισμικό κύρος.

Αν η ίδια ακριβώς ακαδημαϊκός είχε κάνει την ίδια διαδρομή αποκλειστικά σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, θα της αποδίδαμε το ίδιο ειδικό βάρος; Δύσκολα. Το κύρος της στην Ελλάδα ενισχύθηκε ακριβώς επειδή συνδέθηκε με έναν ευρωπαϊκό θεσμό που δεν αμφισβητείται καθημερινά.

Κι εδώ αρχίζει το δύσκολο ερώτημα.
 
Γιατί οι ελληνικοί θεσμοί δεν λειτουργούν ως φορείς κύρους με τον ίδιο τρόπο; Γιατί απαξιώνουμε όχι μόνο τα πανεπιστήμιά μας, αλλά συχνά και το σύνολο των θεσμών μας - από τη δημόσια διοίκηση και τους φορείς του πολιτισμού μας έως το Κοινοβούλιο μας και την Προεδρία της Δημοκρατίας; Γιατί μιλάμε με καχυποψία για οτιδήποτε εγχώριο, ενώ μπορούμε και θαυμάζουμε χωρίς επιφύλαξη κάποιον που τα κατάφερε στο εξωτερικό;

Το φαινόμενο αυτό έχει γίνει κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας μας. Ιστορικά είμαστε μια κοινωνία που αυτό-οικτίρεται και αυτοϋποτιμάται. Δυσπιστούμε απέναντι σε όποιον διακρίνεται εντός του συστήματος. Υποθέτουμε κύκλους, διασυνδέσεις, «δικούς». Η απόσταση του εξωτερικού μας προσφέρει μια ψευδαίσθηση αντικειμενικότητας.

Για να νιώσουμε περήφανοι για έναν συντοπίτη μας πρέπει απαραιτήτως να έχει διακριθεί στο εξωτερικό - στη Σορβόννη, στο Χάρβαρντ, στο Ευρωκοινοβούλιο, στο Χόλιγουντ, στο NBA. Λες και τα πράγματα στο εξωτερικό λειτουργούν σε κενό αέρος. Λες και εκεί δεν υπάρχουν δίκτυα, ισορροπίες, πολιτικές διαδρομές.
 
Όμως η διαρκής αυτή απαξίωση δεν είναι χωρίς συνέπειες. Κι εδώ ένα από τα αποφθέγματα της ίδιας της Αρβελέρ αποκτά άλλη βαρύτητα:

«Αν διευθύνουν οι ανίκανοι, φταίνε οι ικανοί. Κι αν διευθύνουν οι ανάξιοι, τότε φταίει η γενική απαξίωση.»

Προσωπικά - και σκεπτόμενη συχνά με όρους ψυχολογικούς - η απαξίωση λειτουργεί και ως άμυνα. Όταν θεωρούμε το σύστημα εκ των προτέρων προβληματικό, απαλλασσόμαστε από την ευθύνη να μπούμε σε αυτό. Δεν χρειάζεται να εκτεθούμε. Δεν χρειάζεται να δοκιμαστούμε. Η δυσπιστία γίνεται προστατευτικό περίβλημα και ίσως αυτό τελικά να μας βολεύει. Γιατί όταν όλα είναι εκ των προτέρων προβληματικά, κανείς δεν χρειάζεται να αναλάβει ευθύνη.

Δυστυχώς όμως η γενική απαξίωση έχει σοβαρές συνέπειες:

Πρώτον επειδή λειτουργεί αδιακρίτως εξισώνει τους ικανούς με τους ανίκανους.

Δεύτερον, γίνεται άλλοθι για την ανοχή μας απέναντι σε όντως ανεπαρκείς επιλογές. «Έτσι λειτουργεί το σύστημα», λέμε. «Αυτοί είμαστε».

Τρίτον, αποθαρρύνει πολλούς ικανούς ανθρώπους από το να διεκδικήσουν θεσμικές θέσεις, γνωρίζοντας εκ προοιμίου ότι θα αμφισβητηθούν.

Η Σορβόννη προστάτευσε την Αρβελέρ παρέχοντάς της ένα περιβάλλον όπου το κύρος δεν χρειαζόταν καθημερινή άμυνα. Μέσα σε αυτό το κλίμα είχε τη δυνατότητα να προσφέρει τον καλύτερο εαυτό της στον χώρο των γραμμάτων και της διανόησης - και τελικά και στη χώρα της.

Αναρωτιέμαι αν η Ελλάδα θα της επέτρεπε να πράξει το ίδιο.

Αν θα άντεχε μια τέτοια προσωπικότητα χωρίς την ασπίδα της διεθνούς αναγνώρισης. Ή αν είμαστε καταδικασμένοι την περηφάνια μας ως χώρα να μην την παράγουμε εδώ αλλά να την εισάγουμε και αυτή αποκλειστικά απ’έξω, πάντα προσωποποιημένη και ποτέ θεσμική.

Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.