Το Ισραήλ θεωρείται διεθνώς ως ‘Έθνος Καινοτομίας’ (Start-Up Nation), όρος που καθιερώθηκε μετά το βιβλίο Start-Up Nation των Dan Senor και Saul Singer. Η πορεία του στη καινοτομία ξεκίνησε σε μεγάλο βαθμό από την προσπάθεια του για αμυντική και στρατιωτική καινοτομία, η οποία στη συνέχεια διαχύθηκε στον πολιτικό και επιχειρηματικό τομέα. 

Από την ίδρυσή του το 1948, το Ισραήλ βρέθηκε σε διαρκές περιβάλλον απειλής. Αυτό οδήγησε σε υψηλές επενδύσεις στην έρευνα και καινοτομία για την άμυνα, στην ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, στην στενή διασύνδεση στρατού–πανεπιστημίων–βιομηχανίας. Τα χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πορείας ήταν η Israel Aerospace Industries στην αεροδιαστημική και UAV, η Rafael Advanced Defense Systems στα πυραυλικά συστήματα, η Elbit Systems στα ηλεκτρονικά της άμυνας και βέβαια το περίφημο σύστημα Iron Dome. Η στρατιωτική μονάδα Unit 8200 στη κυβερνοασφάλεια και επεξεργασία πληροφοριών αποτέλεσε «φυτώριο» για δεκάδες ιδρυτές startups εταιριών.

Η κορυφαία στρατιωτική τεχνογνωσία που αναπτύχθηκε μεταφέρθηκε στην κυβερνοασφάλεια, στην τεχνητή νοημοσύνη, στις τηλεπικοινωνίες, στις ιατρικές συσκευές, στις αγροτοτεχνολογίες και στην βιοτεχνολογία. Κλασικά πλέον παραδείγματα αποτέλεσαν οι εταιρείες Check Point Software Technologies, Waze και Mobileye.

Οι κύριοι διαρθρωτικοί λόγοι επιτυχίας αυτής της εκπληκτικής πορείας ενός μικρού κράτους είναι οι κατωτέρω:

•Οι σοβαρές και διαχρονικές επενδύσεις στην επιστημονική έρευνα. Το Ισραήλ παραδοσιακά επενδύει 4–5% του ΑΕΠ στην έρευνα και καινοτομία, από τα υψηλότερα παγκοσμίως.

•Η ουσιαστική εκμετάλλευση για τους νέους, άνδρες και γυναίκες, της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, προάγοντας την δικτύωση και συνεργασία, τις ηγετικές δεξιότητες, την έκθεση και εκπαίδευση σε τεχνολογίες αιχμής.

•Η εβραϊκή επιστημονική και επιχειρηματική Διασπορά και η διεθνής δικτύωση, με τους ισχυρούς δεσμούς με τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά κέντρα τεχνολογίας. Κρατικά προγράμματα, όπως το πρόγραμμα Yozma την δεκαετία του 90 δημιούργησαν ένα ισχυρό οικοσύστημα επενδυτικών εργαλείων (venture capitals).

•Το μοντέλο ‘διπλής χρήσης’ Dual Use), που έχει ως κεντρική ιδέα οι τεχνολογίες που ξεκινούν για άμυνα να μετατρέπονται σε εμπορικά προϊόντα γενικότερης χρήσης. Μερικά επιτυχή παράδειγμα είναι τα συστήματα αισθητήρων και όρασης για αυτόνομα οχήματα, η εμπορική κυβερνοασφάλεια, η τεχνολογία των Drones με εφαρμογές στη μεταφορά προϊόντων και στην γεωργία.

Η τεράστια και επιτυχής προσπάθεια του Ισραήλ αντιμετώπισε πολλαπλές προκλήσεις που παρατηρούνται και στη χώρα μας και είναι εξαιρετικά χρήσιμες ως πληροφορία στην επιτυχή οργάνωση της έρευνας και καινοτομίας της. Η πολιτική αστάθεια, το brain drain, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι στην επικίνδυνη περιοχή της Μέσης Ανατολής δοκίμασαν για χρόνια την όλη προσπάθεια του Ισραήλ.

Η μεταφορά του μοντέλου του Ισραήλ για την έρευνα και καινοτομία στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι η απλή αντιγραφή του. Μπορεί όμως να επιχειρηθεί η προσαρμοσμένη μεταφορά αρχών με βάση τα ελληνικά θεσμικά, γεωπολιτικά και παραγωγικά χαρακτηριστικά.Το μοντέλο του Ισραήλ βασίζεται σε 5 πυλώνες:

1. Στρατηγική εθνική προτεραιότητα στην τεχνολογία.

2. Στενή διασύνδεση άμυνας–πανεπιστημίων–ερευνητικών κέντρων-βιομηχανίας.

3. Ισχυρή διαρκής χρηματοδότηση.

4. Ισχυρό οικοσύστημα ιδιωτικής χρηματοδότησης (venture capital) και δημόσιας επενδυτικής πολιτικής.

5. Κουλτούρα ανάληψης ρίσκου και ταχείας εμπορευματοποίησης στην βιομηχανία.Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα υψηλού επιπέδου επιστημονικό ανθρώπινο κεφάλαιο, ισχυρή επιστημονική και επιχειρηματική διασπορά σε ΗΠΑ και Ευρώπη, Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα με κάποιες ερευνητικές ομάδες με αξιόλογη, διεθνώς ανταγωνιστική βασική έρευνα, ένα νεοσύστατο οικοσύστημα επενδυτικών εργαλείων, όπως τα ελληνικά VC funds (Big Pi Ventures, Marathon Venture Capital, VentureFrieds, Metavallon VC, Uni.Fund, Velocity Partners, Coralia Ventures, KOS Ventures) που χρηματοδοτήθηκαν κυρίως από το EquiFund (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων) και βέβαια μια γεωπολιτική θέση με αυξημένες αμυντικές δαπάνες που πλησιάζουν το 3.5% του ΑΕΠ.Η Ελλάδα παρουσιάζει συγκεκριμένες και γνωστές αδυναμίες όπως η χαμηλή απορρόφηση τεχνολογίας από την βιομηχανία και οι περιορισμένες επενδύσεις της στην έρευνα, η ασθενής διασύνδεση άμυνας–έρευνας, η γραφειοκρατία, η περιορισμένη μεταφορά της βασικής έρευνας και τεχνολογίας (deep-tech) στην βιομηχανία και βέβαια η μετανάστευση των επιστημονικών ταλέντων (brain drain).

 

Κάποιες από τις πρακτικές του Ισραήλ μπορούν να μεταφερθούν ρεαλιστικά στη χώρα μας, όπως αυτή της άμυνας ως μοχλός τεχνολογίας. Το Ισραήλ αξιοποίησε την ανάγκη ασφάλειας ως τεχνολογικό επιταχυντή. Η Ελλάδα ήδη διαθέτει σημαντικό αμυντικό προϋπολογισμό, ενώ έχει κάποιες πρωτόλειες βιομηχανικές δομές για την άμυνα όπως η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία. Επίσης, η χώρα διαθέτει πλέον το νεοσύστατο Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), το οποίο αναπτύσσει για πρώτη φορά ανοιχτά προγράμματα έρευνας και καινοτομίας διπλής χρήσης (dual-use). Η εντατική προώθηση της συμμετοχής ελληνικών ερευνητικών ομάδων σε μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα θα βοηθήσει προς αυτήν την κατεύθυνση.
Στρατηγικοί τομείς έρευνας και καινοτομίας στους οποίους η Ελλάδα μπορεί να εστιάσει, είναι η ναυτιλιακή τεχνολογία, η μεσογειακή αγροτοτεχνολογία, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η συσσώρευση της, η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοϊατρική και οι νευροεπιστήμες, τα αμυντικά drones και η φαρμακευτική βιομηχανία, ιδιαίτερα αυτή των φυσικών και βιολογικών προϊόντων. Η Ελλάδα έχει δυνατότητες να γίνει περιφερειακό deep-tech hub της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Είναι δύσκολο να γίνει ένα ‘δεύτερο Ισραήλ’ αλλά μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα μεσογειακό κέντρο καινοτομίας.

Αναγκαία συνθήκη γι αυτό είναι η έρευνα και καινοτομία να αποτελέσει εθνική προτεραιότητα. Το τελευταίο απαιτεί τον συντονισμό και την στενή συνεργασία των πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων που κυρίως παράγουν την εγχώρια βασική και εφαρμοσμένη έρευνα με την βιομηχανία. Η απόφαση για την ίδρυση ενός νέου Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας και η ισχυρή και διαρκής δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση του είναι εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη για μια μελλοντική καινοτόμο, διεθνώς ανταγωνιστική ελληνική βιομηχανία.

* Ο Αχιλλέας Γραβάνης είναι Ομότιμος Καθηγητής Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και ερευνητής Α' βαθμίδας στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ 

Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει ασφάλεια, ενέργεια και οικονομία. Η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί κινδύνους αλλά και να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική της θέση. Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Μπαλωμένος*.

Οπόλεμος στη Μέση Ανατολή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν αποτελεί μια ακόμη περιφερειακή κρίση. 

Η ανεξέλεγκτη κλιμάκωσή του, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά ιδεολογικής και θρησκευτικής αντιπαράθεσης που προβάλλει η Τεχεράνη, σηματοδοτεί βαθιές αλλαγές στο ήδη ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής, με άμεσες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, την ασφάλεια και στους συσχετισμούς ισχύος του διεθνούς συστήματος.  

Άξιο ιδιαίτερης προσοχής είναι το γεγονός ότι αρκετές χώρες της Μέσης Ανατολής αλλά και της Ευρώπης, χωρίς να το επιδιώκουν, έχουν ήδη καταστεί μέρος της σύγκρουσης, είτε λόγω της παρουσίας στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ στην επικράτειά τους, είτε λόγω της εμπλοκής τους σε επιχειρήσεις ασφάλειας και προστασίας της ναυσιπλοΐας, είτε εξαιτίας της γεωπολιτικής τους θέσης.

Ενέργεια, ναυτιλία και ασφάλεια φέρνουν την Ελλάδα πιο κοντά στις επιπτώσεις

Επιπλέον, η ένταση που καταγράφεται σε κρίσιμες ενεργειακές και ναυτιλιακές οδούς όπως τα Στενά του Ορμούζ, σε συνδυασμό με την κινητοποίηση στρατιωτικών δυνάμεων σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, δείχνει ότι η σύγκρουση αποκτά πλέον ευρύτερα περιφερειακά χαρακτηριστικά. 

Παράλληλα, η αξιοποίηση από το Ιράν ένοπλων οργανώσεων, όπως η Χεζμπολάχ, οι οποίες λειτουργούν ως αντιπρόσωποί του (proxies), δημιουργεί ένα περιβάλλον ασύμμετρων απειλών, καθιστώντας τον πόλεμο ακόμη πιο σύνθετο, απρόβλεπτο και πιθανόν μακράς διάρκειας.

Θα πρέπει να επισημανθεί επίσης, ότι ο πόλεμος αυτός δεν επηρεάζει μόνο τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής, αλλά έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου.  

Συγκεκριμένα, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αποτελούν ήδη απτές συνέπειες της σύγκρουσης, με επιπτώσεις που αγγίζουν όχι μόνο την ευρωπαϊκή, αλλά και την παγκόσμια οικονομία, ενώ επηρεάζουν και την πολιτική σταθερότητα σε αρκετές χώρες.

Μέσα σε αυτό το ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί ότι βρίσκεται εκτός του πεδίου επιπτώσεων ή πολύ μακριά από το επιχειρησιακό πεδίο του πολέμου στη Μέση Ανατολή. 

Η επίθεση που δέχτηκε από ιρανικά drones η Βρετανική Βάση στην Κύπρο αποδεικνύει του λόγου το αληθές, υπογραμμίζοντας ότι η γεωγραφική εγγύτητα και η στρατηγική θέση της Ελλάδας σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς και τη στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, την καθιστούν αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης περιφερειακής αναταραχής.

Το ζητούμενο για Ελλάδα είναι η διαχείριση των συνεπειών και οι επιλογές της

Το κρίσιμο ερώτημα, δεν είναι αν η Ελλάδα επηρεάζεται από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή. 

Αυτό είναι ήδη δεδομένο και δεν περιορίζεται στο ενδεχόμενο άμεσου στρατιωτικού πλήγματος σε κρίσιμες υποδομές, όπως η Βάση της Σούδας.

Οι επιπτώσεις του πολέμου εκδηλώνονται ήδη στην ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, στην ενέργεια, στη ναυτιλία και στην ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, ενώ η μεταβολή των γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο είναι βέβαιο, ότι θα  αναδιαμορφώσει τους συσχετισμούς ισχύος στην περιοχή.

Συνεπώς, το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα, είναι το πώς θα διαχειριστεί τις συνέπειες του πολέμου και ποιες στρατηγικές θα επιλέξει για να προστατεύσει τα εθνικά της συμφέροντα και να ενισχύσει τη θέση της στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Υπό την ανωτέρω οπτική, η Ελλάδα καλείται αφενός να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος της Δύσης και παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή, αφετέρου να διασφαλίσει ότι δεν θα μετατραπεί σε πεδίο κλιμάκωσης ή στόχο ασύμμετρων απειλών.

Οι κίνδυνοι για την Ελλάδα από ασφάλεια και κυβερνοαπειλές έως το Ορμούζ

Οι βασικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή για την Ελλάδα εκτείνονται από την ασφάλεια και την οικονομία έως τη ναυτιλία και τη διαχείριση περιφερειακών πιέσεων, που επηρεάζουν τόσο την κοινωνική σταθερότητα όσο και τη διεθνή θέση της χώρας. 

Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανότητα μιας μικρής κλίμακας επίθεσης ή δολιοφθοράς σε πολιτικές και στρατιωτικές υποδομές όπως στη Σούδα ή την Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να αγνοηθεί, ωστόσο η πιθανότητά της παραμένει περιορισμένη χάρη στα αυστηρά μέτρα ασφάλειας και την εγρήγορση των αρμόδιων αρχών.

Παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος τρομοκρατικών ενεργειών ή οργανωμένων κυβερνοεπιθέσεων με στόχο κρατικά δίκτυα, ενεργειακές υποδομές, μεταφορές ή ακόμη και στρατιωτικά συστήματα.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει άμεσες συνέπειες στο παγκόσμιο εμπόριο και στις θαλάσσιες μεταφορές. 

Ακρίβεια στην ενέργεια, πιέσεις σε ναυτιλία και τουρισμό

Συνεπώς, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, η διατάραξη των ενεργειακών ροών προς την Ευρώπη και οι αλλαγές δρομολογίων, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους μεταφοράς και logistics, είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσουν τόσο την ελληνική ναυτιλία όσο και συνολικά την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα. 

Η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου αναμένεται επίσης να επηρεάσει τον ελληνικό τουρισμό, ο οποίος αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. 

Παράλληλα, σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης του πολέμου ή αποσταθεροποίησης κρατών της περιοχής, η Ελλάδα είναι πιθανό να βρεθεί εκ νέου αντιμέτωπη με αυξημένες μεταναστευτικές ροές, τις οποίες θα κληθεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά, ώστε να διατηρηθεί η εσωτερική ασφάλεια και να αποφευχθούν περιστατικά κοινωνικής έντασης.

Τέλος, η πιθανή αναδιαμόρφωση των συσχετισμών ισχύος στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνδυασμό με την γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας και τη στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις από την Τουρκία, γεγονός που προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στο ήδη σύνθετο περιφερειακό περιβάλλον.

Κίνδυνοι αλλά και ευκαιρίες για την Ελλάδα στο κενό ευρωπαϊκής στρατηγικής

Ωστόσο, η ανάλυση των ανωτέρω επιπτώσεων δεν αρκεί από μόνη της για να κατανοήσουμε πλήρως τη σημασία των εξελίξεων στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής. 

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κάθε μεγάλη γεωπολιτική αλλαγή δημιουργεί ταυτόχρονα κινδύνους, αλλά και στρατηγικές ευκαιρίες για τα κράτη που μπορούν να προσαρμοστούν έγκαιρα στις νέες συνθήκες.

Υπό το πλαίσιο αυτό, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανέδειξε ήδη ένα σημαντικό κενό στρατηγικής στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας, το οποίο δημιουργεί προϋποθέσεις για μια πιο ενεργή και στοχευμένη ελληνική στρατηγική.

Η Ε.Ε. εμφανίζεται για ακόμη μία φορά χωρίς ενιαία στρατηγική προσέγγιση απέναντι σε μια μεγάλη διεθνή σύγκρουση, γεγονός που αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής και δημιουργεί ένα κενό στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις και την προσπάθεια διατήρησης πολιτικής απόστασης από τη σύγκρουση, οι τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Γερμανία, προχώρησαν σε αναπροσαρμογή των θέσεών τους υπό το βάρος των εξελίξεων στο πεδίο του πολέμου και της επέκτασης των απειλών από το Ιράν.

Η στάση της Τουρκίας ανοίγει παράθυρο κινήσεων για την Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο

Παράλληλα, η στάση της Τουρκίας ανέδειξε μια διαφορετική στρατηγική επιλογή. 

Η Άγκυρα καταδίκασε τόσο τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ όσο και τα αντίποινα του Ιράν, ενώ απαγόρευσε τη χρήση του εναέριου, χερσαίου και θαλάσσιου χώρου της για επιχειρήσεις κατά του Ιράν.

Το συνδυασμένο αποτέλεσμα αυτών των διαφοροποιημένων στάσεων δημιουργεί ένα παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας για την Ελλάδα, επιτρέποντάς της να αναδείξει τον περιφερειακό της ρόλο και να προωθήσει πιο συνεκτικές και ολοκληρωμένες πολιτικές ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα ως πυλώνας ασφάλειας και η στήριξη της Κύπρου με φρεγάτες και F-16

Ειδικότερα, η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, με σταθερό προσανατολισμό στη Δύση και στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ μπορεί να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό ρόλο ως πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στο πλαίσιο αυτό, αξιολογείται ως σωστή και ιδιαίτερης σπουδαιότητας η απόφαση του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να αποστείλει δύο φρεγάτες του Π.Ν. και τέσσερα αεροσκάφη F16 για την προστασία της Κύπρου, συμβάλλοντας στην αποτροπή πιθανών απειλών σε βάρος των στρατιωτικών και κρίσιμων υποδομών του νησιού.

Ανταποκρινόμενη στο αίτημα για την αντιμετώπιση των αυξημένων απειλών στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα με την κίνηση αυτή εκφράζει έμπρακτα την αλληλεγγύη της προς τον αδελφό Κυπριακό λαό και τη στήριξή της προς ένα βασικό σύμμαχο και εταίρο. 

Παράλληλα, αναδεικνύει τον ρόλο της ως ουσιαστικού εγγυητή της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και στέλνει σαφές μήνυμα, ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τόσο τα δικά της εθνικά συμφέροντα όσο και εκείνα των συμμάχων της σε μια κρίσιμη συγκυρία για την περιφερειακή ασφάλεια. 

Η γεωπολιτική αξία των ελληνικών υποδομών και ο κρίσιμος ρόλος της Σούδας

Μέσω αυτής της πρωτοβουλίας, η Ελλάδα επιβεβαιώνει ότι διαθέτει τη βούληση αλλά και την επιχειρησιακή ικανότητα να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο σε ζητήματα ασφάλειας που υπερβαίνουν τα στενά όρια της εθνικής της επικράτειας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός ισχυρότερου αποτρεπτικού πλαισίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει και την γεωπολιτική σημασία των ελληνικών υποδομών και ιδιαίτερα των στρατιωτικών εγκαταστάσεων που συνδέονται με το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ρόλος της βάσης της Σούδας στην Κρήτη, ιδίως στη σημερινή συγκυρία που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται και η στρατηγική αξιοποίηση  κρίσιμων υποδομών καθίσταται κρίσιμο στοιχείο για τη σταθερότητα της περιοχής.

Η Σούδα ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας και ανοίγει νέα δεδομένα στην ενέργεια

Η αυξανόμενη αξιοποίηση της βάσης από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποδεικνύει ότι η Σούδα λειτουργεί πλέον ως ένας από τους βασικούς κόμβους στρατηγικής υποστήριξης στη Νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, ενισχύοντας τη σημασία της χώρας στο συνολικό σύστημα ασφάλειας της Δύσης για επιχειρήσεις επιτήρησης, υποστήριξης και προβολής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.

Επίσης, αποτυπώνει την αξία που έχει για τους συμμάχους η γεωγραφική θέση της Ελλάδας στο
σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής.

Η εξέλιξη αυτή, πέρα από την αποτρεπτική της διάσταση, μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας τόσο εντός της Συμμαχίας όσο και στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συζητήσεων για την άμυνα και την ασφάλεια.

Οι επιπτώσεις του πολέμου στον τομέα της ενέργειας δημιουργεί νέα δεδομένα επίσης, για το ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στην ευρύτερη περιοχή.  

Η Ελλάδα ως ενεργειακός κόμβος και η σημασία των περιφερειακών συνεργασιών

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα αποκτά μια μοναδική ευκαιρία να αναδειχθεί σε πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότητας για τη Δύση και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αναλαμβάνοντας ρόλο κρίσιμου ενεργειακού διαμετακομιστικού κόμβου, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενεργειακής αυτονομίας και ανεξαρτησίας.

Επιπλέον, η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή καθιστά ακόμη πιο σημαντικές τις περιφερειακές συνεργασίες που έχει αναπτύξει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια με κράτη της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. 

Η εμβάθυνση αυτών των συνεργασιών μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πλέγματος ασφάλειας και σταθερότητας που θα λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε αναθεωρητικές ή αποσταθεροποιητικές δυνάμεις.

Οι ευκαιρίες απαιτούν σχέδιο με άμυνα, διπλωματία και προστασία κρίσιμων υποδομών

Τέλος, η συγκυρία αυτή προσφέρει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να ενισχύσει τη διεθνή της εικόνα ως χώρας που λειτουργεί με στρατηγική συνέπεια, αξιοπιστία και σταθερότητα σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.

Αυτές οι ευκαιρίες όμως, δεν αξιοποιούνται από μόνες τους, αλλά απαιτούν ένα σαφές και πολυδιάστατο στρατηγικό σχέδιο, το οποίο θα συνδυάζει την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας με την ενεργή διπλωματική παρουσία και την αξιοποίηση των γεωπολιτικών της πλεονεκτημάτων.

Υπό αυτό το πλαίσιο, η πρώτη προτεραιότητα της Ελλάδας αφορά την περαιτέρω ενίσχυση της εθνικής άμυνας και την προστασία κρίσιμων υποδομών, ιδιαίτερα εκείνων που συνδέονται με συμμαχικές επιχειρήσεις, αλλά και με ενεργειακές ή διαμετακομιστικές δραστηριότητες στρατηγικής σημασίας. 

Πιο ενεργή διπλωματία και ρόλος της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό συντονισμό για την κρίση

Παράλληλα, η Ελλάδα χρειάζεται να εντείνει τη διπλωματική της δράση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, προωθώντας πρωτοβουλίες που θα ενισχύσουν τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και θα αναδείξουν τον ρόλο της χώρας ως αξιόπιστου συνομιλητή και παράγοντα σταθερότητας και ασφάλειας. 

Δεδομένου ότι επιχειρείται από πολλά κράτη της Μέσης Ανατολής αλλά και της Τουρκίας να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους μέσω πρωτοβουλιών αποκλιμάκωσης και διαμεσολάβησης, η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί μεθοδικά και να αξιοποιήσει την αξιοπιστία που διαθέτει εντός της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, προωθώντας πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν τη διπλωματία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συγκεκριμένα, η χώρα μπορεί να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου διαχείρισης της κρίσης, αναλαμβάνοντας ρόλο συντονισμού και πολιτικής πρωτοβουλίας, γεγονός που θα ενισχύσει περαιτέρω το γεωπολιτικό της αποτύπωμα και θα περιορίσει τα περιθώρια άλλων περιφερειακών δυνάμεων να μονοπωλήσουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή.

Συνεργασίες, γεωπολιτική αναβάθμιση και ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας

Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση των περιφερειακών συνεργασιών, η εμβάθυνση των στρατηγικών σχέσεων με χώρες της περιοχής και η ενδυνάμωση της ενεργειακής και αμυντικής συνεργασίας μπορούν να μετατρέψουν την παρούσα συγκυρία από περίοδο κινδύνων σε περίοδο γεωπολιτικής αναβάθμισης για την Ελλάδα.

Τέλος, σε αυτή την δύσκολη και ιδιαίτερα επικίνδυνη συγκυρία για τη διεθνή ασφάλεια, είναι κρίσιμο η Ελλάδα να διατηρήσει την εσωτερική της σταθερότητα και να ενισχύσει την εθνική της ανθεκτικότητα.

Δεδομένου ότι η ανθεκτικότητα ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική του ισχύ αλλά και από τη συνοχή της κοινωνίας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων, η προετοιμασία για την αντιμετώπιση υβριδικών και κάθε μορφής απειλής, σε συνδυασμό με την έγκαιρη ενημέρωση και ψυχολογική προετοιμασία της κοινής γνώμης- αποτελεί βασική  προϋπόθεση για τη διατήρηση της εθνικής ασφάλειας. 

Απειλή και ευκαιρία για την Ελλάδα με στόχο γεωπολιτική αναβάθμιση και σταθερότητα

Εν κατακλείδι, για την Ελλάδα, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποτελεί ταυτόχρονα απειλή και ευκαιρία. 

Απειλή, διότι η κλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων δημιουργούν αυξημένους κινδύνους για την ασφάλεια, την οικονομία και τη σταθερότητα στην περιοχή, απαιτώντας ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος και ικανότητα διαχείρισης πολλαπλών κρίσεων σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. 

Ευκαιρία, διότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η γεωγραφική θέση της χώρας, οι στρατηγικές της συνεργασίες και η αξιοπιστία της εντός της Δύσης συνθέτουν ένα πλαίσιο που μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική γεωπολιτική αναβάθμιση.

Υπό το πρίσμα αυτό, αν η Ελλάδα συνεχίσει να κινείται με συνέπεια, στρατηγικό σχεδιασμό και εθνική ενότητα, μπορεί να εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το κρίσιμο ζητούμενο για την Ελλάδα επομένως, δεν είναι απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά να συμμετέχει ενεργά δίπλα σε αυτούς που τις διαμορφώνουν.

Στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα, της αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας που το διεθνές δίκαιο υποχωρεί έναντι του δικαίου του ισχυρού, η ισχύς ενός κράτους δεν καθορίζεται μόνο από τις επιχειρησιακές δυνατότητές του.

Καθορίζεται κυρίως, από την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται εγκαίρως τις αλλαγές και να τοποθετείται στρατηγικά μέσα σε αυτές. 

Και αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση, αλλά και η ιστορική ευκαιρία που καλείται να διαχειριστεί η Ελλάδα.

Να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση, τις συμμαχίες της και την αξιοπιστία της σε πραγματικό στρατηγικό κεφάλαιο, καθιστώντας την χώρα πυλώνα ασφάλειας, σταθερότητας και επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο, ικανή να διαμορφώνει τις εξελίξεις αντί να τις ακολουθεί.

*O Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος. Πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ).

Αυτή είναι η κρισιμότερη φάση στις σχέσεις Ιράν - Δύσης/Ισραήλ. Η ρητορική των ηγετών Τραμπ και Νετανιάχου συνοδεύεται από σκληρές πολεμικές στρατιωτικές ενέργειες και μία εκτίμηση ότι το ιρανικό καθεστώς απομονώνεται περιφερειακά και διεθνώς. 

Η συνοπτική ανάλυση που ακολουθεί εξετάζει ζητήματα, όπως: την πολιτική στόχευση αλλαγής του καθεστώτος, την εσωτερική κατάσταση στο Ιράν και την έλλειψη σαφών διαδόχων, τις περιφερειακές συμμαχίες και το στρατηγικό βάθος που έχει απολέσει το Ιράν, καθώς και τις διεθνείς αντιδράσεις και τις πιθανές συνέπειες για τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. 

Η ηγεσία του Ισραήλ και των ΗΠΑ εκφράζουν με σαφήνεια την επιθυμία να «τελειώσουν το καθεστώς» στο Ιράν. Η ρητορική αυτή λειτουργεί ως πολιτικό-στρατηγικό εργαλείο με πολλαπλά επίπεδα:

Εσωτερική και εξωτερική πίεση: Η προτροπή προς τους Ιρανούς να «βγουν στους δρόμους» στοχεύει να ενισχύσει την εσωτερική διαμαρτυρία, να υπονομεύσει την νομιμοποίηση των κυβερνώντων και να δώσει ηθικό και πρακτικό στήριγμα στην αντιπολίτευση.

Στρατιωτική νομιμοποίηση: Δικαιολογεί ενέργειες που αποσκοπούν στον περιορισμό των ιρανικών δυνατοτήτων (πυρηνικών και περιφερειακής επιρροής), παρουσιάζοντάς τες ως προληπτικές ή απελευθερωτικές. Ωστόσο, η μετάβαση σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό δεν είναι αυτόματη. Είναι προφανής η έλλειψη εμφανούς, ανεξάρτητης αποδεκτής ηγετικής προσωπικότητας που θα μπορούσε να ενώσει την αντιπολίτευση και να οδηγήσει σε αξιόπιστη διακυβέρνηση μετά την πτώση του καθεστώτος. Η απουσία ενός «χαρισματικού» ή ευρέως αποδεκτού ηγέτη περιπλέκει σοβαρά το σενάριο μιας ομαλής μετάβασης.

Εσωτερική δυναμική του Ιράν: Η απομόνωση και έλλειψη ηγεσίας δείχνει τα δύο κρίσιμα σημεία στο εσωτερικό του Ιράν: Η αποσύνδεση πολιτικών προσώπων από την «παλιά φρουρά»: ακόμη κι αν εμφανίζονται μετριοπαθείς πολιτικές φιγούρες, υπάρχει η αμφιβολία ότι αυτές οι φιγούρες δεν έχουν επαρκή ανεξαρτησία από το παλιό καθεστώς ώστε να γίνουν αποδεκτές ως αξιόπιστη εναλλακτική. Η ιστορική ρίζα της νομιμοποίησης του καθεστώτος: Το ιρανικό πολιτικό σύστημα, μετά το 1979, έχει δομήσει μηχανισμούς εξουσίας και καταστολής που δυσχεραίνουν την γρήγορη δημιουργία νέων, ανεξάρτητων πολιτικών ηγεσιών. Ανατροπή χωρίς σχέδιο διαδοχής μπορεί να οδηγήσει σε χάος ή σε μια νέα μορφή αυταρχίας. 

Το Ιράν έχει χάσει σημαντικό μέρος του «στρατηγικού βάθους», όπως:

-Μειωμένη ικανότητα να στηρίζει και να χρησιμοποιεί τρομοκρατικούς και παραστρατιωτικούς συμμάχους (π.χ. Χαμάς, Χεζμπολάχ, Χούθι) τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο που ίσχυε παλιότερα,

-απώλεια εδάφους επιρροής στη Συρία, που μείωνε τη δυνατότητα προβολής ισχύος μέσω χερσαίου άξονα,

-Διπλωματική και υλικοτεχνική απόσταση από τις μεγάλες δυνάμεις Ρωσία και Κίνα, οι οποίες δεν εμφανίζονται έτοιμες ή πρόθυμες να παράσχουν άμεση στρατιωτική προστασία στο Ιράν σε ένα νέο, ανοιχτό μέτωπο. Η Ρωσία είναι δεσμευμένη στον πόλεμο της Ουκρανίας, ενώ η Κίνα αποφεύγει παραδοσιακά στρατιωτικές συγκρούσεις και ευαισθητοποιείται όλο και περισσότερο για τις ενεργειακές προμήθειες και τη σταθερότητα των θαλασσίων οδών. 

Οι αντιδράσεις χωρών όπως η Τουρκία -καταδίκη του χτυπήματος αλλά όχι των ΗΠΑ, στοχοποίηση του Νετανιάχου- δείχνουν έναν περίπλοκο διπλωματικό χορό, όπου πολλές χώρες προσπαθούν να ισορροπήσουν μεταξύ της ανάγκης να μην ευνοήσουν ανοιχτά τις ΗΠΑ/Ισραήλ και της αναγνώρισης της απειλής που θέτει το ιρανικό καθεστώς. Η σχετική απουσία σκληρών δημόσιων αντιδράσεων από Ρωσία και Κίνα στο άμεσο χρονικό διάστημα υπογραμμίζει ότι αυτές οι δυνάμεις προτιμούν πιθανώς να διατηρήσουν επιλογές και να μην δεσμευθούν, ειδικά αν μία σύγκρουση περιπλέξει την παροχή ενεργειακών πόρων ή τις δικές τους στρατηγικές προτεραιότητες. 

Πιθανά σενάρια εξέλιξης και επιπτώσεις είναι τα παρακάτω:

Σενάριο αποσταθεροποίησης: Αν επιχειρηθεί ανατροπή χωρίς σαφές σχέδιο διαδοχής, υπάρχει πιθανότητα εσωτερικής αστάθειας, εμφύλιας σύγκρουσης ή αύξησης τρομοκρατικής δραστηριότητας από παρακλάδια και οργανώσεις που νιώθουν απειλή.

Σενάριο περιορισμένης αλλαγής: Αν υπάρξει συντονισμένη διεθνής πολιτική υποστήριξης για ιρανικές μετριοπαθείς δυνάμεις και προστασία κρίσιμων υποδομών, μπορεί να προκύψει σταδιακή μετάβαση, αλλά αυτό απαιτεί χρόνο και εγγυήσεις ασφαλείας και είναι δύσκολο λόγω της έλλειψης εσωτερικής ηγεσίας.

Σενάριο περιφερειακής κλιμάκωσης: Η προσπάθεια του Ιράν να προκαλέσει ή να παρασύρει άλλες χώρες σε σύγκρουση (χτυπήματα «δεξιά και αριστερά») μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμένες συγκρούσεις με τρίτους, αύξηση των εντάσεων στις θαλάσσιες οδούς (π.χ. Στενά) και διαταραχή της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. 

Κοινός παράγοντας είναι η απουσία σαφούς διεθνούς στρατηγικού σχεδίου που να συνδυάζει στρατιωτική πίεση, διπλωματική απομόνωση και υποστήριξη για ειρηνική διοικητική μετάβαση καθιστά την πρόβλεψη πιο επισφαλή. 

Θα μπορούσαν να βελτιώσουν την πιθανότητα μιας σταθερής μετάβασης (1) μια συντονισμένη διεθνής προσέγγιση για αποφυγή κενού εξουσίας και προστασία του άμαχου πληθυσμού, (2) μια στήριξη ανεξάρτητων πολιτικών και κοινωνικών δομών μέσα στο Ιράν ώστε να προκύψουν αξιόπιστοι ηγέτες, και (3) μια συνεργασία με γειτονικές χώρες ώστε να περιοριστεί η εξάπλωση της σύρραξης και να διαφυλαχθεί η λειτουργία κρίσιμων διεθνών οδών. 

Συμπερασματικά, το Ιράν εμφανίζεται απομονωμένο διεθνώς και με μειωμένο στρατηγικό βάθος, ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχει εμφανής εσωτερική εναλλακτική ηγεσία ικανή να εξασφαλίσει ομαλή μετάβαση. Οι ρητορικές και οι σκληρές στρατιωτικές πιέσεις από ΗΠΑ και Ισραήλ αντανακλούν αυτή την εκτίμηση, αλλά η επιτυχία οποιουδήποτε σεναρίου αλλαγής καθεστώτος εξαρτάται από την ύπαρξη σχεδίου μετάβασης και από τον τρόπο που θα κινηθούν περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις. Χωρίς συντονισμό και σαφή στρατηγική, οι ενέργειες αυτές διατρέχουν τον κίνδυνο να προκαλέσουν μεγαλύτερη αστάθεια στη Μέση Ανατολή και διαταραχές παγκόσμιας εμβέλειας.

CaptionΤις δυνατότητες της νέας φρεγάτας FDI «Κίμων», της παλαιότερης τύπου ΜΕΚΟ «Ψαρά», αλλά και των μαχητικών F-16 Viper που αναπτύχθηκαν στην Κύπρο, ανέλυσε ο Ταξίαρχος (Μ) ε.α. ΠΑ, Γραμματέας του Κ.Αρ. Ακρόπολις'

Αεροπόρος με γνώση των εξοπλιστικών προγραμμάτων, σκιαγραφώντας την εικόνα της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο.


Ο Κωνσταντίνος Ζηκίδης στην αεροπορική έκθεση στο Le Bourget στη Γαλλία

Το «Seafire» και η αεράμυνα περιοχής του «Κίμων»

Κομβικό στοιχείο της νέας γαλλικής φρεγάτας είναι το ραντάρ Thales Sea Fire. Πρόκειται για ραντάρ τεχνολογίας AESA (ηλεκτρονικής σάρωσης), με τέσσερις σταθερές επιφάνειες (panels), που εξασφαλίζουν πλήρη κάλυψη 360 μοιρών χωρίς μηχανική περιστροφή. Όπως επισημάνθηκε από τον κ. Ζηκίδη, που έχει γράψει και πολλά άρθρα για τα ραντάρ των φρεγατών, σε αυτή την αποστολή του «Κίμωνα» στην Κύπρο, «το σημαντικότερο είναι το ραντάρ» γιατί «και μεγάλη εμβέλεια έχει, και έχει την δυνατότητα να "βλέπει" από πάνω, δηλαδή κατακόρυφα». Όπως εξηγεί ο καθηγητής, τα περισσότερα ραντάρ πολεμικών πλοίων, που είναι περιστρεφόμενα, δεν μπορούν εύκολα να δουν από πάνω τους τι συμβαίνει καθώς έχουν ένα «κώνο σιγής». 

Συνεχίζοντας, υπογραμμίζει ότι αυτή την «αδυναμία», που παίζει ρόλο στις απειλές από βαλλιστικούς πυραύλους που έρχονται από πάνω, σχεδόν κατακόρυφα, την έχει «λύσει» η νέα υπερσύγχρονη φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού. «Με αυτόν τον τρόπο καλύπτει έναν πλήρη θόλο», σημειώνει. Επειδή έχουν ακουστεί πολλά για την εμβέλεια του ραντάρ του «Κίμωνα», ο κ. Ζηκίδης λέει πως η πραγματική εμβέλεια ενός ραντάρ εξαρτάται και από το μέγεθος και από το ίχνος του στόχου.

Διευκρινίζει ότι οι αναφορές περί 500 χιλιομέτρων είναι υπερβολικές αφού έχει ονομαστική εμβέλεια «γύρω στα 300 χιλιόμετρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί και να ξεπεράσει αυτό το όριο». Εξηγεί ότι αυτό «εξαρτάται από τον στόχο, δηλαδή ένα μεγάλο αεροπλάνο όπως πχ είναι το C-130, θα το "δει" και πιο μακριά από τα 300 χιλιόμετρα». Προσθέτει μια ακόμη λεπτομέρεια, πως όταν πρωτοσχεδιάστηκε το συγκεκριμένο ραντάρ, προοριζόταν να μπει σε μεγαλύτερο πλοίο, οπότε θα ήταν και το ραντάρ μεγαλύτερο σε μέγεθος ώστε να αγγίζει τα 500 χιλιόμετρα. «Γι' αυτό αρχικά ονομάστηκε Sea Fire 500, αλλά στην πορεία έφυγε το 500 από την ονομασία του», αναφέρει. Το σύστημα, ωστόσο, θεωρείται από τα πλέον σύγχρονα παγκοσμίως και μπορεί να διαχειριστεί ταυτόχρονα πολλαπλές απειλές - από μαχητικά και πυραύλους μέχρι μη επανδρωμένα αεροχήματα (drones).


Eurokinissi

Στον τομέα της αντιαεροπορικής άμυνας, η φρεγάτα «Κίμων» φέρει «έναν από τους καλύτερους αντιαεροπορικούς και αντιβαλλιστικούς πυραύλους που υπάρχουν σήμερα», τον Aster 30, με εμβέλεια που φθάνει περίπου τα 120 χιλιόμετρα και μέγιστο ύψος έως και 20 χιλιόμετρα. Υπάρχουν νεότερες εκδόσεις με ενισχυμένες αντιβαλλιστικές δυνατότητες, οι οποίες ενδεχομένως να εξεταστούν σε επόμενη φάση. Η νέα γενιά των Aster, που δοκιμάζεται τώρα, θα έχει εμβέλεια στα 150 χιλιόμετρα. Όταν όμως η Ελλάδα υπέγραψε την σύμβαση για τους Aster το 2022 δεν υπήρχε η νέα γενιά τους. Ο καθηγητής επισημαίνει ακόμη ότι ο «Κίμων» διαθέτει 32 κελιά κάθετης εκτόξευσης για τους πυραύλους αλλά επειδή σε αρχικό στάδιο οι Γάλλοι είχαν σχεδιάσει τη φρεγάτα με 16 κελιά, είναι άγνωστο αν αυτή τη στιγμή το ελληνικό πλοίο έχει «ενεργοποιημένα» και τα 32 κελιά ή μόνο τα 16. 

Επιπλέον, ένα ακόμη σημαντικό «ατού» του συγκεκριμένου πλοίου είναι το αντιπυραυλικό σύστημα RIM-116 Rolling Airframe Missile (ή RAM εν συντομία), που δεν το αποκτάμε από τους Γάλλους αλλά από τις ΗΠΑ. Όσον αφορά το κύριο πυροβόλο του «Κίμωνα», αυτό των 76 χιλιοστών, το οποίο «θα έλεγα ότι ίσως είναι και το καλύτερο αυτή τη στιγμή για να βάλλει κατά ντρόουνς γιατί έχει πολύ μεγάλη ταχυβολία, συνεργάζεται με το ραντάρ και έχει πάρα πολύ μικρό κόστος συγκριτικά με πυραύλους όπως είναι οι Aster που κοστίζουν γύρω στα 2,5 εκατομμύρια ή ο RAM που κοστίζει 1 εκατ. ευρώ». Συνεπώς προσφέρει αποτελεσματική και οικονομικότερη άμυνα σε μικρότερες αποστάσεις - έως και περίπου 16 χιλιόμετρα. 

Τα ιρανικά Shahed 136 και ο «Κένταυρος»

Ο κ. Ζηκίδης σημειώνει πως η αποστολή του «Κίμωνα» στην Κύπρο είναι ουσιαστικά το πρώτο τεστ επί του πεδίου για την νεότευκτη φρεγάτα και θα είναι χρήσιμο τόσο το πλήρωμά της όσο και στο Πολεμικό Ναυτικό. Σε ερώτηση για τη μαζική χρήση φθηνών drones στην πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή, όπως είναι τα ιρανικά Shahed 136, ο καθηγητής απαντά ότι είναι φθηνά όπλα, της τάξεως των 25 έως 50 χιλ. ευρώ, μπορούν να εκτοξευθούν σε μεγάλους αριθμούς εναντίον σταθερών στόχων, φέρουν μια μικρή πολεμική κεφαλή, δεν είναι τηλεκατευθυνόμενα, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και ακολουθούν προγραμματισμένη πορεία βάλλοντας κατά σταθερού στόχου (άρα πχ δεν μπορούν να πλήξουν εύκολα ένα σκάφος που κινείται γρήγορα).


Majid Asgaripour/WANA (West Asia News Agency) via REUTERS

Η «Ψαρά», φρεγάτα τύπου MEKO 200HN, παραμένει αξιόμαχη, ωστόσο το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της συζητείται εδώ και χρόνια. Οι απειλές έχουν εξελιχθεί ραγδαία σε σχέση με τη δεκαετία του 1990, όταν σχεδιάστηκαν τα πλοία αυτής της κλάσης, και η ανάγκη αναβάθμισης των αισθητήρων και των συστημάτων μάχης θεωρείται κρίσιμη, επισημαίνει ο κ. Ζηκίδης. Παρά ταύτα, η συνεργασία μιας σύγχρονης μονάδας όπως ο «Κίμων» με παλαιότερες αλλά αξιόπιστες πλατφόρμες μπορεί να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο πλέγμα αεράμυνας, καλύπτοντας μεγάλη θαλάσσια περιοχή. Επισημαίνει δε ότι βαλλιστικούς πυραύλους ανιχνεύει πολύ καλά μόνο το ραντάρ του «Κίμωνα».

Όσον αφορά το ελληνικό αντι-drone σύστημα «Κένταυρος», που φέρει η φρεγάτα «Ψαρά» και έχει δοκιμαστεί στην Ερυθρά Θάλασσα στις επιθέσεις των Χούθι, ο κ. Ζηκίδης τονίζει την δυνατότητα του συστήματος να κάνει παρεμβολές στα μη επανδρωμένα και στους σταθμούς εδάφους, και ειδικότερα να «αχρηστεύει» τα τηλεκατευθυνόμενα. Βέβαια, υπάρχουν κι άλλα συστήματα στη φρεγάτα αλλά ο «Κένταυρος» είναι το πιο σημαντικό στις νέες τεχνολογίες.


ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ - ΦΡΕΓΑΤΑ "ΨΑΡΑ" (ΦΩΤΟ: INTIME NEWS / ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ)

Ο καθηγητής σημειώνει, ωστόσο, ότι η καμπυλότητα της γης περιορίζει την ικανότητα εντοπισμού στόχων που πετούν πολύ χαμηλά, στοιχείο κρίσιμο στην αντιμετώπιση drones ή πυραύλων sea-skimming. «Με τους υπολογισμούς που έχω κάνει, εκτιμώ ότι μπορεί να "δει" στόχο που πετά πολύ χαμηλά έως τα 17 ναυτικά μίλια», εξηγεί.

Ο ρόλος των F-16 και η «ομπρέλα» από αέρος

Συμπληρωματικά προς τις ναυτικές δυνάμεις, τα ελληνικά F-16 -ιδίως στην αναβαθμισμένη έκδοση Viper- διαθέτουν σύγχρονα ραντάρ και προηγμένα ηλεκτρονικά συστήματα, ενισχύοντας σημαντικά την εναέρια επιτήρηση και αποτροπή. «Ήταν μεγάλη κίνηση η αναβάθμιση που έγινε, έχουν πολύ σύγχρονο ραντάρ και για να πούμε την αλήθεια, αν βάλουμε κάτω τις τιμές, εμείς τα αναβαθμίσαμε σε πολύ καλή τιμή το 2018, ενώ σήμερα τα νούμερα που ακούγονται σε ανάλογες αναβαθμίσεις είναι εξωφρενικά. Η διεύθυνσή μου "έτρεχε" αυτό το πρόγραμμα, εγώ ήμουν υπεύθυνος για τα Rafale».


EUROKINISSI / Γ.Τ. ΓΕΕΘΑ

Αναφορικά με τον χρονικό ορίζοντα του πολέμου, ο ταξίαρχος εκτιμά ότι «βλέπω να κρατάει καιρό» γιατί οι Ιρανοί είναι «αποφασισμένοι, έχουν προετοιμαστεί» και έχουν «μεγάλο στοκ» πυραύλων και πυρομαχικών. «Τα κόστη για ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν είναι εξωφρενικά κάθε μέρα που περνά. Τα πράγματα είναι περίπλοκα», αναφέρει. Εξηγεί ότι κύρια αποστολή των F-16 στην Κύπρο θα είναι να πλήξουν Shahed με το πυροβόλο τους. Σε ερώτηση γιατί η Αθήνα δεν έστειλε τα πιο σύγχρονα Rafale στη Μεγαλόνησο, αναφέρει ότι τα F-16 είναι περισσότερα στον στόλο της Πολεμικής Αεροπορίας και πιο άμεσα επιχειρησιακά διαθέσιμα για γρήγορη μεταστάθμευση ενώ τα Rafale ίσως να «κρατούνται» για άλλες δεσμεύσεις ή ειδικότερους ρόλους.

Κλείνοντας, ο καθηγητής εκφράζει την άποψη ότι αυτή η περίσταση στάθηκε μια καλή αφορμή για να «αναθερμανθούν» οι σχέσεις Αθήνας - Λευκωσίας και προτείνει να μείνουν στην Κύπρο ελληνικά μαχητικά και να αναλάβει η Κυπριακή Δημοκρατία την συντήρηση μιας μοίρας πολεμικών αεροσκαφών.

Ο συνδυασμός πλοίων με ισχυρή αντιαεροπορική άμυνα περιοχής και μαχητικών αεροσκαφών δημιουργεί μια «ομπρέλα» προστασίας, ικανή να καλύψει κρίσιμες υποδομές και στρατηγικούς στόχους στην Κύπρο, εφόσον απαιτηθεί. Όπως επισημάνθηκε, το ζήτημα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό αλλά και στρατηγικό: η παρουσία προηγμένων ναυτικών και αεροπορικών μέσων λειτουργεί πρωτίστως αποτρεπτικά, στέλνοντας σαφές μήνυμα ετοιμότητας και συνεργασίας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής ρευστότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

* Ο ταξίαρχος (ΜΗ) ε.α. Κωνσταντίνος Ζηκίδης είναι μηχανικός Τηλεπικοινωνιών-Ηλεκτρονικών, αποτελεί μέλος του στρατιωτικού διδακτικού προσωπικού της Σχολής Ικάρων και είναι διδάκτωρ Ε.Μ.Π.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Εισαγωγή-Πρόλογος
Κεφάλαιο 1 Δημογραφικά δεδομένα των ελληνικών πληθυσμών στις αρχές του 19ο αιώνα
Κεφάλαιο 2 Το ξέσπασμα της επανάστασης και οι συνακόλουθες μετακινήσεις πληθυσμών
Κεφάλαιο 3 Οι ελληνικές προσφυγικές μετακινήσεις…
Κεφάλαιο 4 Οι επιδράσεις της επανάστασης στα πληθυσμιακά δεδομένα του Ελληνικού χώρου
Αντί επιλόγου- κάποια συμπεράσματα
Παράρτημα
Βιβλιογραφία

ΠΡΟΛΟΓΟΣ-ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η εργασία αυτή σκοπό έχει να παρουσιάσει τη γενικότερη δημογραφική κατάσταση που επικρατούσε τον ελληνικό χώρο πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά την επανάσταση του 1821. Το βασικό πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν όλοι οι μελετητές κατά την προσπάθεια τους να ανιχνεύσουν τις αλλαγές οι οποίες συνέβησαν σε αυτή την πολυκύμαντη περίοδο, είναι η απουσία αξιόπιστων στατιστικών δεδομένων.
Κατά την Τουρκοκρατία απογραφές πληθυσμού δε διενεργούνται, η οθωμανική διοίκηση συντάσσει φορολογικά κατάστιχα και καταλόγους τιμαρίων, τα οποία περιέχουν κάποιες πληροφορίες για τους οικισμούς και τις φορολογικές μονάδες των χριστιανικών πληθυσμών1. Οι μερίδες (χανέδες) οι
οποίες αναγράφονται στα οθωμανικά αυτά κατάστιχα δε συμπίπτουν πάντα με τις κοινοτικές καταγραφές των φορολογουμένων, και μπορούν να μας δώσουν, σε συνδυασμό με τα στοιχεία των κοινοτικών αρχών, μόνο πληθυσμιακές ενδείξεις.

Η συνέχεια  εδώ 

Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.