Οι Δράσεις μας και η Τεκμηρίωσή τους!

×

Warning

Joomla\CMS\Cache\Storage\FileStorage::_deleteFolder Failed deleting index.html

 

Δεκάδες στρατιωτικά κινήματα/πραξικοπήματα έχουν καταγραφεί στη νεότερη ιστορία της χώρας. Μόνο τον 20ο αιώνα τα πραξικοπήματα/στρατιωτικά κινήματα (πετυχημένα ή όχι) ήταν 16! Επιπλέον τέσσερα είναι όσα καταγράφηκαν από την επανάσταση του 1821 μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα! Σε αυτά τα συνολικά 20 θα πρέπει να προστεθούν και… κάμποσα ακόμα τα οποία, ωστόσο, αν και οργανώθηκαν δεν πρόλαβαν να εκτελεστούν ή κατεστάλησαν εν τη γενέσει τους και άρα δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν.

Το κίνημα του 1831 

 
Ο Ιωάννης Καποδίστριας

Δέκα μόλις χρόνια μετά την έναρξη της επανάστασης καταγράφεται το πρώτο στρατιωτικό κίνημα. Η ανταρσία του Ναυτικού έγινε κατά του Καποδίστρια, με επικεφαλής τους Κουντουριώτη και Μιαούλη. Ο Καποδίστριας στέλνει τον Κανάρη να την καταστείλει. Ο Μιαούλης, ωστόσο, καταλαμβάνει τον στόλο, αιχμαλωτίζει τον Κανάρη και λίγο καιρό αργότερα πυρπολεί τις φρεγάτες «Ελλάς» και «Ύδρα».

Το δεύτερο μέρος του κινήματος του 1831


Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας

Τον Σεπτέμβριο του 1831, όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, η Σύρος βρισκόταν ακόμα σε εξεγερμένη κατάσταση. Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας, αδελφός του Ιωάννη, έστειλε στόλο στο νησί αλλά η υδραϊκή φρουρά αντιστάθηκε και απέκρουσε τον κυβερνητικό στόλο. Στη συνέχεια ένοπλα σώματα επαναστατών απειλούν να εισβάλουν στο Ναύπλιο και να καθαιρέσουν τον νέο Κυβερνήτη ο οποίος τελικά παραιτείται, ενώ η γερουσία δραπετεύει στο Άστρος. 

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου


Ο συνταγματάρχης Καλλέργης έφιππος μπροστά από τα ανάκτορα

Ο συνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης μυείται στο κίνημα που ετοιμάζουν πολιτικοί με στόχο την επιβολή Συντάγματος. Το ξημέρωμα εκείνης της ιστορικής ημέρας ο Καλλέργης κατευθύνθηκε στο παλάτι ηγούμενους 2.000 στρατιωτών. Επιπλέον είχε στείλει στρατιωτικά αποσπάσματα να καταλάβουν το νομισματοκοπείο, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Ταμείο και διάφορα υπουργεία. Την επόμενη ημέρα το αίτημα ικανοποιήθηκε και ο Καλλέργης παρασημοφορήθηκε ως ο αρχηγός του «επαναστατικού κινήματος».

Η έξωση του Όθωνα το 1862


Ο Όθωνας αποχωρεί από την Ελλάδα

Ήδη από το 1859 το αντιμοναρχικό αίσθημα ήταν έντονο και διάχυτο σε πολιτικούς και στρατιωτικούς σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Οι ξεσηκωμοί ήταν διαδοχικοί. Τελικά και μέσα από μια αλληλουχία δραματικών γεγονότων στις 10 Οκτωβρίου 1862 ξέσπασαν ταραχές και το παλάτι καταλήφθηκε από στρατιωτικούς. Την επόμενη ημέρα η πρωτεύουσα βρισκόταν υπό τον έλεγχο της στρατιωτικής κυβέρνησης του Δημήτριου Βούλγαρη. Στις 12 Οκτωβρίου ο Όθωνας φεύγει οριστικά για την Βενετία, ενώ στην Ελλάδα ξεκίνησε η διαδικασία αντικατάστασης (ουσιαστικά πρόκειται για ένα διπλωματικό θρίλερ ανάμεσα στις «προστάτιδες» δυνάμεις) που οδήγησε στον ερχομό, το 1864, του Γεωργίου Α’, του Οίκου των Γκλύξμπουργκ.

Το κίνημα στο Γουδί


Μεγάλη λαϊκή συγκέντρωση έξω από τα ανάκτορα

Για 45 ολόκληρα χρόνια ο στρατός δεν είχε την παραμικρή ανάμιξη στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Αυτό άλλαξε, ωστόσο, τον Αύγουστο του 1909 εγκαινιάζοντας μια περίοδο όπου θα παρεμβαίνει διαρκώς. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, μια μυστική οργάνωση εκ των ιδρυτών της οποίας ήταν ο ταγματάρχης Γεώργιος Σ. Καραϊσκάκης, εγγονός του στρατηγού της Επανάστασης, (συμμετείχαν επίσης Πλαστήρας, Πάγκαλος, Κονδύλης κ.α.) αντιδρά στη δημιουργία της κυβέρνησης από τον Δημήτριο Ράλλη ο οποίος εξαπολύει «πογκρόμ» συλλήψεων κατά των μελών του Συνδέσμου. Το κίνημα γίνεται ανήμερα της Παναγίας, η κυβέρνηση Ράλλη πέφτει και ανοίγει ο δρόμος για την έλευση του Ε. Βενιζέλου.

Το κίνημα της Εθνικής Άμυνας


Ο Βενιζέλος μαζί με μέλη της «Εθνικής Άμυνας»

Εν τω μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ξεσπά ένα ακόμα πολιτικοστρατιωτικό κίνημα μέσω του οποίου φάνηκε ξεκάθαρα ο βαθύς διχασμός της χώρας. Το κίνημα εκδηλώθηκε στη Βόρεια Ελλάδα, στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη, στις 17 Αυγούστου 1916. Αρχηγός του κινήματος ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και είχε σαν στόχο την ένταξη της Ελλάδας στην Αντάντ. Το κίνημα επικράτησε και σχημάτισε την λεγόμενη Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης στην Θεσσαλονίκη με δικό της στρατό, ενώ η Αθήνα είχε δική της κυβέρνηση και στρατό, αμφότερα φιλοβασιλικά!

Το κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα υπό τους συνταγματάρχες Πλαστήρα και Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Φωκά, που προκάλεσε την παραίτηση της κυβέρνησης Τριανταφυλλάκου και του βασιλιά Κωνσταντίνου υπέρ του υιού του Γεωργίου Β’. Ο χαρακτήρας του βασιζόταν στην ανάγκη της πίστης ότι «ο ελληνικός στρατός δεν νικήθηκε, αλλά προδόθηκε». Στην Αθήνα συγκροτήθηκε Επαναστατική Επιτροπή, η οποία ανέλαβε άμεση δράση, διατάσσοντας εκτεταμένες συλλήψεις αντιβενιζελικών πολιτικών. Λιγότερο από δυο μήνες αργότερα ξεκίνησε η περιβόητη «Δίκη των Έξι».

Το κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη

Το στρατιωτικό κίνημα των στρατηγών Παναγιώτη Γαργαλίδη και Γεώργιου Λεοναρδόπουλου εκδηλώθηκε τα μεσάνυχτα της 21ης προς 22α Οκτωβρίου και ήταν το πρώτο αποτυχημένο στην ελληνική ιστορία. Την τριάδα των κινηματιών συμπλήρωνε ο βασιλόφρων συνταγματάρχης Γεώργιος Ζήρας. Η σύνθεση του κινήματος ήταν ουσιαστικά μια συμμαχία ετερόκλητων στρατιωτικών στοιχείων: από βενιζελικούς αξιωματικούς, όπως οι επικεφαλής του, που είχαν παραγκωνισθεί από την Επαναστατική Επιτροπή του Πλαστήρα, μέχρι βασιλόφρονες αξιωματικούς («Ομάδα Ταγματαρχών»), που φοβόντουσαν ότι οι επικείμενες εκλογές θα οδηγούσαν σε αβασίλευτο καθεστώς. Πρόθεση των δύο στρατηγών ήταν να αναγκάσουν την κυβέρνηση Γονατά σε παραίτηση, χωρίς να καταφύγουν σε ένοπλη βία και την ανάληψη της εξουσίας από μία κυβέρνηση που θα οδηγούσε τη χώρα σε τίμιες εκλογές.

Το κίνημα Πάγκαλου


Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος

Φοβούμενος την επικείμενη σύλληψή του ο σκληροπυρηνικός στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, οργανώνει και τελικά εκδηλώνει ξημερώματα της 25ης Ιουνίου 1925 κίνημα. Αρχικά η «φωτιά» υπάρχει μόνο στη Βόρεια Ελλάδα. Η χλιαρή αντίδραση, ωστόσο, του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Μιχαλακόπουλου φέρνει τους πραξικοπηματίες στα πρόθυρα της Αθήνας. Την επόμενη ημέρα ο Μιχαλακόπουλος παραιτείται και αναλαμβάνει την εξουσία ο Πάγκαλος ο οποίος στη Βουλή θα πει πως προχώρησε σε αυτή τη κίνηση επειδή «είχε χάσει την εμπιστοσύνη του Έθνους»! Η δικτατορία που ακολούθησε ήταν από τις πιο σκληρές και απολυταρχικές που γνώρισε ποτέ ο τόπος.

Το κίνημα Κονδύλη


Ο Κονδύλης μπροστά από άρμα μάχης

Σε μια περίοδο που η κατάσταση στη χώρα ήταν διαρκώς τεταμένη, οι μέρες του Πάγκαλου στην εξουσία ήταν μετρημένες. Περίπου ένα χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 22 Αυγούστου του 1926 ξεσπά το Κίνημα Κονδύλη. Ηγέτης του κινήματος ήταν ο επικεφαλής των «Δημοκρατικών Ταγμάτων» που κατάφερε και αιφνιδίασε τον δικτάτορα που παραθέριζε στις Σπέτσες. Αποτέλεσμα του κινήματος υπήρξε η επαναφορά του δημοκρατικού πολιτεύματος και η διετής φυλάκιση του στρατηγού Πάγκαλου.

Το κίνημα Πλαστήρα


Ο αντιστράτηγος Νικόλαος Πλαστήρας

Με την Ελλάδα να είναι πλέον βαθιά διχασμένη μεταξύ Βενιζελικών και αντιβενιζελικών εκδηλώθηκε το δεύτερο αποτυχημένο στρατιωτικό κίνημα της ιστορίας. Τα ξημερώματα της 6 Μαρτίου 1933, την επόμενη των εκλογών, εκδηλώθηκε κίνημα με πρωτεργάτη τον απόστρατο αντιστράτηγο Νικόλαο Πλαστήρα, που ανέλαβε αυτοβούλως (όπως απέδειξε και η μετέπειτα αστυνομική έρευνα) να εμποδίσει το Λαϊκό Κόμμα να σχηματίσει κυβέρνηση. Το κίνημα απέτυχε παταγωδώς καθώς μετά το χρεωστάσιο που είχε κηρύξει ο Βενιζέλος το 1932 είχε στρέψει τη κοινή γνώμη εναντίον του.

Το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935

Δυο χρόνια μετά το πρώτο του αποτυχημένο κίνημα ο Πλαστήρας επανέρχεται για να κάνει ακόμα ένα το οποίο επίσης θα αποτύχει. Το συγκεκριμένο κίνημα απέτυχε διότι ήταν απόλυτα αναμενόμενο. Ακόμα και ο Ριζοσπάστης είχε γράψει πως επίκειται κίνημα. Σκοπό του είχε να επανέλθει το βενιζελικό κόµµα στην εξουσία. Αντίθετα, όμως, αυτό που τελικά «κατάφερε» ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, να αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα ως κινηματίας, για να πεθάνει ένα χρόνο αργότερο αυτοεξόριστος στο Παρίσι, ο Πλαστήρας να καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο, ενώ ένα μεγάλο μέρος των Βενιζελικών δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε διάφορες βαριές ή ελαφρύτερες ποινές.

Το δεύτερο κίνημα Κονδύλη


Ο Κονδύλης επιθεωρεί άγημα του στρατού

Ένας εκ των σημαντικότερων συντελεστών της καταστολής του Κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935, ο Γεώργιος Κονδύλης είναι ο πρωταγωνιστής του επόμενου κινήματος. Αυτή τη φορά το Κίνημα ήταν φιλοβασιλικό και πετυχημένο δεδομένου πως μέσα στην ίδια μέρα (10 Οκτωβρίου 1935) από την εκδήλωσή του οι κινηματίες είχαν αναλάβει την εξουσία στη χώρα. Στις 3 Νοεμβρίου 1935 έγινε δημοψήφισμα για την παλινόρθωση της μοναρχίας όπου εγκρίθηκε η αλλαγή του πολιτεύματος, στη σκιά του στρατιωτικού νόμου και με αποχή της βενιζελικής παράταξης.

Το κίνημα των Χανίων


Ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς

Το τελευταίο προπολεμικό κίνημα έχει πάρα πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την πρόσφατη απόπειρα πραξικοπήματος που έγινε στην Τουρκία. Ήταν τόσο πρόχειρα προετοιμασμένο που κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες. Επιπλέον δεν είχε «απλωθεί» σε ολόκληρη τη χώρα αλλά περιορίστηκε στην Κρήτη και γι’ αυτό έμεινε στην ιστορία ως το «Κίνημα των Χανίων»! Αυτή τη φορά στόχος των κινηματιών ήταν ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς. Αυτή ήταν η μόνη ένοπλη εξέγερση κατά της δικτατορίας και εκδηλώθηκε στις 28 Ιουλίου 1938 ενώ πρωτεργάτης του κινήματος ήταν ο Αριστομένης Μητσοτάκης.

Το κίνημα του Ι.Δ.Ε.Α.


Ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος

Το βράδυ της 30ης Μαΐου προς 31η Μαΐου 1951, μόλις έγινε γνωστή η απόφαση του Αλέξανδρου Παπάγου να παραιτηθεί από την Αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων, ηγετικά στελέχη του ΙΔΕΑ κατέλαβαν τα γραφεία του ΓΕΕΘΑ και του ΓΕΣ, με στόχο να καταφέρουν να παραδώσουν την εξουσία στον Παπάγο. Ταυτόχρονα έμπιστοι συνεργάτες τους κατέλαβαν στρατηγικά σημεία στο κέντρο της Αθήνας. Ο Παπάγος, ωστόσο, δεν γνώριζε τίποτε για το Κίνημα και νωρίς το πρωί της 31 Μαΐου διέταξε όλες τις μονάδες να επιστρέψουν στα στρατόπεδά τους και… επέπληξε του κινηματίες.

Η άνοδος και η πτώση της χούντας των συνταγματαρχών


Άρματα μάχης έξω από την Βουλή τον Απρίλιο του 1967

Η επταετία 1967 – 1974 είναι σίγουρα η πλέον ταραγμένη περίοδος μετά από εκείνη του μεσοπολέμου, σε ότι αφορά την εκδήλωση κινημάτων και πραξικοπημάτων. Είναι ενδεικτικό πως μέσα σε εκείνα τα χρόνια εκδηλώθηκαν συνολικά τέσσερα! Η αρχή γίνεται την 21η Απριλίου με την εκδήλωση του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, το οποίο πιάνει στον «ύπνο» τους πολιτικούς και επιβάλει την επταετή δικτατορία στη χώρα.


Ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος

Λίγο καιρό αργότερα εκδηλώνεται το αποτυχημένο αντικίνημα της 13ης Δεκεμβρίου το οποίο ήταν μια προσπάθεια του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου να «ρίξει» τους πραξικοπηματίες και να επανέλθει στη θέση του.


Μέλη του πληρώματος του αντιτορπιλικού «Βέλος» κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στην Ιταλία

Στις 23 Μαΐου 1973 εκδηλώθηκε το «κίνημα του Ναυτικού». Μια αντιδικτατορική πράξη αντίστασης από δημοκράτες αξιωματικούς του ναυτικού, και όχι μόνο, το οποίο όμως κατεστάλη εν τη γενέσει του. Στα «απόνερα» εκείνου του κινήματος η ανταρσία του αντιτορπιλικού «Βέλος» που πέρασε στην Ιταλία όπου και το πλήρωμα ζήτησε, και τελικά έλαβε, πολιτικό άσυλο.


Οι πραξικοπηματίες Γ. Παπαδόπουλος και Δ. Ιωαννίδης κατά τη διάρκεια της δίκης τους

Τελευταίο σε εκείνη την αλυσίδα ήταν το «κίνημα Ιωαννίδη» το οποίο εκδηλώθηκε στις 25 Νοεμβρίου του 1973, λίγες ημέρες μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωάννιδης με πραξικόπημα «ρίχνει» τον… πραξικοπηματία Γ. Παπαδόπουλο και επιβάλει το δικό του -ακόμα πιο σκληρό- καθεστώς το οποίο έπεσε στις 24 Ιουλίου του 1974.

Το κίνημα της πιζάμας


Οκτώ από τους αξιωματικούς που συμμετείχαν στο «κίνημα της πιζάμας»

Λίγο πριν την έναρξη της δίκης των πρωταίτιων του Απριλιανού πραξικοπήματος αποκαλύπτεται πως με ηγέτη των έγκλειστο Δημήτρη Ιωαννίδη, μια ομάδα αξιωματικών του στρατού επιχειρεί νέο πραξικόπημα με στόχο την πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή. Οι συμμετέχοντες όχι μόνο δεν πρόλαβαν να το εκδηλώσουν αλλά συνελήφθησαν στα… κρεβάτια τους, φορώντας τις πιζάμες τους! Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που ο στρατός προσπάθησε να εμπλακεί στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Συγγραφέας, εκπαιδευτικός, πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης αποτελεί μια από εκείνες τις προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης που διαχρονικά έχουν αφήσει το δικό τους, ουσιαστικό διανοητικό στίγμα· και τούτο, όχι μόνο λόγω της ιδιαίτερης και διεισδυτικής ματιάς του σε παραμελημένες πτυχές και πλευρές του ανθρώπινου βίου, αλλά και για τον βαθιά αντιδογματικό τρόπο με τον οποίο τοποθετείται στα πράγματα, στον αντίποδα μιας κουλτούρας έπαρσης και παντογνωσίας που χαρακτήρισε και χαρακτηρίζει ένα μεγάλο μέρος όσων τοποθετούται στα δημόσια πράγματα.

Με αφορμή τα 90 χρόνια της Οικονομικής Επιθεώρησης, τον συναντήσαμε στο γραφείο του και είχαμε μαζί του μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση για το κοινωνικο-πολιτισμικό αποτύπωμα της Μεταπολίτευσης, το περιεχόμενο του περίφημου «Ανήκομεν εις την Δύσιν», τον χωρισμό Εκκλήσίας-Κράτους, τη διαιρετική τομή Δεξιάς-Αριστέρας, αλλά και τη σύγχρονη ταξικότητα της περιφρόνησης. «Ανήκουμε, θέλουμε να ανήκουμε στον πολιτικό πολιτισμό της Δύσης», αναφέρει και προσθέτει: «Το ανήκειν έχει όμως πάντα και μια πολιτιστική διάσταση. Ενώ πολιτικά τα πράγματα είναι σαφή, δεν ισχύει απολύτως το ίδιο και ως προς την πολιτιστική διάσταση. Ανήκουμε μεν πολιτικά, αλλά πολιτιστικά δεν ταυτιζόμαστε πλήρως με τον κόσμο της Δυτικής Ευρώπης».

Το περιεχόμενο του «Ανήκομεν εις την Δύσιν»

Πόσο ίσχυσε, πόσο ισχύει το «Ανήκομεν» για την Ελλάδα σήμερα;

Η περίφημη αυτή φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή υποδηλώνει την πολιτική ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη. Είναι μια θέση την οποία όλο το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα δεν αμφισβήτησε έμπρακτα ποτέ.

Όλο;

Ναι. Ακόμα και εκείνοι που στον αντιπολιτευτικό τους λόγο είχαν αντιευρωπαϊκά στοιχεία, όταν έγιναν κυβέρνηση δεν άλλαξαν την πορεία της χώρας. Και ο Ανδρέας, με το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο!», όταν γίνεται κυβέρνηση δεν κάνει καμιά κίνηση για υλοποίηση εκείνης της συγκυριακής τοποθέτησης. Το ίδιο και ο ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε, έκανε ολόκληρο δημοψήφισμα, αλλά ενεργώντας ως κυβέρνηση δεν άλλαξε την πορεία της χώρας.

Πού είναι λοιπόν η αναφορά του «ανήκομεν»; Σε τι;

Η αναφορά είναι στην πολιτική διάσταση της Ευρώπης: ανήκουμε στις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δυτικής Ευρώπης. Υπονοείται, εξ αντιθέτου, ότι δεν ανήκουμε στη Λατινική Αμερική, δεν ανήκουμε στον Τρίτο Κόσμο κ.τ.λ. Ανήκουμε, θέλουμε να ανήκουμε, στον πολιτικό πολιτισμό της Δύσης. Το ανήκειν έχει όμως πάντα και μια πολιτιστική διάσταση. Ενώ πολιτικά τα πράγματα είναι σαφή, δεν ισχύει απολύτως το ίδιο και ως προς την πολιτιστική διάσταση. Ανήκουμε μεν πολιτικά, αλλά πολιτιστικά δεν ταυτιζόμαστε πλήρως με τον κόσμο της Δυτικής Ευρώπης.

Πώς το εννοείτε αυτό;

Όταν η Ελλάδα μπαίνει αρχικά στην ΕΟΚ το 1979, και εν συνεχεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι η μόνη Ορθόδοξη χώρα, δεν υπάρχει άλλη. Επίσης η Ελλάδα πολιτιστικά έρχεται από το Βυζάντιο, έρχεται από την Τουρκοκρατία – από εντελώς άλλη πολιτιστική διαδρομή.

ΑΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΤΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ, ΤΟ ΕΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΣΜΙΚΑ ΑΔΙΑΤΑΡΑΚΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΙΝΑΙ Η ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΑΠ’ Ο,ΤΙ ΛΕΝΕ ΠΟΛΛΟΙ, ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΖΟΥΝ, ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΝ, ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ, ΟΠΩΣ ΕΠΙΘΥΜΕΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ.

Και τι συνέπειες έχουν αυτά;

Δημιουργούνται κάποια προβλήματα, εγκαθίστανται κάποιες αντιπαλότητες με την Ευρώπη…

Αντιπαλότητες με την Ευρώπη; Ή αντιπαλότητες των εγχώριων (!) Ευρωπαιόφιλων με τους (!) Ευρωδιστακτικούς, ας πούμε;

Και τα δύο. Ας θυμίσω ότι, για παράδειγμα, κάποια στιγμή το κίνημα των Νεοορθόδοξων κατήγγειλε τους Ευρωπαϊστές –απαξιωτικά– ως Ευρωλιγούρηδες. Η Ελλάδα για μένα είναι μια χώρα πολιτιστικά μεταιχμιακή, μεθοριακή: είναι Ορθόδοξη, δεν είναι Καθολική ή Προτεσταντική, όπως οι υπόλοιπες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, και έχει επιπροσθέτως πολλά ανατολικά στοιχεία – ακόμα και στα απλούστερα των πραγμάτων − δείτε τη διατροφή μας…

Και στην ιδιοσυγκρασία, αν υποτεθεί ότι υπάρχει κάτι τέτοιο;

Ασφαλώς και σε αυτό, αν υποτεθεί ότι υπάρχει! Δεν είναι βέβαια εύκολα σταθμίσιμο και μετρήσιμο. Εγώ προσωπικά θα το θεωρούσα και πλούτο.

Το διφυές, το διπλό ανήκειν…

Το διπλό ανήκειν, ακριβώς αυτό. Πολιτικά ανήκουμε στην Ευρώπη, θέλουμε να ανήκουμε εκεί. έχουμε όμως και μια πολιτιστική περιουσία που είναι διαφορετική. Άλλωστε και η ίδια η Ευρώπη πολιτιστικά δεν είναι τόσο ενιαία όσο στιγμές στιγμές θεωρούμε: ο Σουηδός και ο Ιταλός, ιδίως του Νότου, δεν ανήκουν στον ίδιο κόσμο πολιτιστικά.

Πλούτος και όχι εστία δημιουργίας αντιφάσεων, ακόμα και συγκρούσεων;

Μπορεί και αυτό να ισχύει. Ωστόσο πιστεύω ότι αυτό που ανέφερα ως πλούτο υπερισχύει – αρκεί όμως να το αντιληφθείς, να το βιώσεις ως πλούτο.

Αλήθεια, και η ροπή προς τον αυταρχισμό που επίσης ενυπάρχει στην Ανατολή; Θα μου πείτε βέβαια ότι αυταρχικότερο καθεστώς από της Γερμανίας στον Μεσοπόλεμο δύσκολα θα φανταστεί κανείς – και δεν ήταν Ανατολικό!

Πρώσοι, βέβαια…

Άρα όχι στη Ρηνανία, στην άλλη εσχατιά της Γερμανίας. Αλλά να σταθούμε στα δικά μας: το σφιχταγκάλιασμα με τον ηγέτη (θυμηθείτε υποδοχή Ανδρέα Παπανδρέου σε συγκεντρώσεις −«μεγάλε!»−, ή και Κωνσταντίνου Καραμανλή, για να μην πάμε στους νεότερους και τις συμπεριφορές επιβολής τους), ή πάλιν η έλλειψη κοινωνίας πολιτών αποτελούν για σας ανατολικό στοιχείο;

Ενδεχομένως. Αυτό το «ανήκομεν εις την Δύσιν» πολιτικά δεν συνοδεύεται πράγματι από τα στοιχεία εκείνα που στηρίζουν την ευρωπαϊκή δημοκρατία, όπως ακριβώς είναι η κοινωνία των πολιτών. Θεσμικά πάντως έχουμε πετύχει – κι αυτό φάνηκε στις εναλλαγές: το ’81 όταν έρχεται το ΠΑΣΟΚ, δεν υπάρχει καμιά αντίδραση, παλαιότερα θα είχαμε πραξικόπημα! Το ίδιο και με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας

Συνεπώς «καλά τα πήγαμε»;

Ναι. Αν αναζητήσουμε συνολικά τα κεκτημένα της Μεταπολίτευσης, το ένα είναι η θεσμικά αδιατάρακτη δημοκρατία, το δεύτερο είναι η φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας. Αντίθετα απ’ ό,τι λένε πολλοί, ζούμε σε μια φιλελεύθερη κοινωνία: οι άνθρωποι ζουν, διασκεδάζουν, ερωτεύονται, όπως επιθυμεί ο καθένας.

Φιλελεύθερη ίσον ανεκτική, ή κάτι παραπάνω;

Κάτι παραπάνω…

Θα φθάνατε να τη χαρακτηρίσετε συμπεριληπτική;

Όλο και περισσότερο. Δείτε το κρίσιμο πεδίο του οικογενειακού βίου και της οικογενειακής και σεξουαλικής ηθικής: εδώ και καιρό στην Ελλάδα μπορεί κανείς να παντρευτεί ή να μην παντρευτεί, να κάνει παιδιά ή να μην κάνει παιδιά. παλιά μια γυναίκα δεν διανοείτο να μείνει μόνη. Και ασφαλώς έχει προχωρήσει και η αποδοχή της ομοφυλόφιλης σχέσης.

Προέκυψε κατ’ εσάς ανεξάρτητα από νομοθετικές παρεμβάσεις, πρωτοβουλίες κ.τ.λ.

Ανεξάρτητα! Κοινωνική και πολιτιστική εξέλιξη ήταν. Πιστεύω ότι στα θέματα αυτού του τύπου η εξέλιξη, η πολιτισμική μεταβολή, ξεκίνησε ήδη στα χρόνια της δικτατορίας: ντύσιμο, μίνι φούστα, μακριά μαλλιά, διακοπές των νέων στο νησί αντί για παραθέριση με την οικογένεια κ.ο.κ.

Αυτονόμηση διά των διακοπών, κατά κάποιον τρόπο…

Ερωτικές σχέσεις, επίσης…

Εισαγόμενο –δεκαετία του ’60– ή μήπως και με κάτι από στοιχείο εναντίωσης στο προέχον ήθος της δικτατορίας;

Ασφαλώς και εισαγόμενο, ξέραμε τι γινόταν την ίδια εποχή στην Ευρώπη, υπήρχε όμως και το στοιχείο της εναντίωσης προς τη δικτατορία.

Μια τελευταία στάση στο καθοριστικό εκείνο «Ανήκομεν εις την Δύσιν». Συνήθως μεταφράζεται ως ευρωπαϊκό ανήκειν. Γιατί όμως όχι αμερικανικό: αμερικανικά τζιν και τσιγάρα, αμερικανική μουσική και εικόνα καταναλώνουμε… Κι ας αφήσουμε κατά μέρος ότι «ανήκουμε» στην Αμερική και με άλλον τρόπο…

Αυτό το κεφάλαιο των ΗΠΑ ήταν βεβαρυμένο, όπως και να το κάνουμε. Την είχαμε ενοχοποιήσει την Αμερική για τη Χούντα, εν συνεχεία για την Κύπρο, υπήρχε στον κόσμο πολύ ισχυρό αντιαμερικανικό ρεύμα.

Οπότε «η Δύση» μεταφράζεται αμυντικά σαν Ευρώπη.

Ναι, όπως και για πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης και για πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες. Ο Ντε Γκωλ αντιαμερικανός ήταν, όχι;

Η κυριαρχία της Αριστεράς

Ας προχωρήσουμε όμως τώρα και σε ένα άλλο πεδίο: η κατάφαση του ευρωπαϊκού ανήκειν, η φιλελευθεροποίηση, συνοδεύθηκαν και από ένα αίτημα για άμβλυνση των ανισοτήτων. Μια κάπως μαχητική διεκδίκηση άμβλυνσης των ανισοτήτων. Ο λόγος της Αριστεράς το φέρει…

Στη Μεταπολίτευση, η κυριαρχία του λόγου της Αριστεράς είναι αδιαμφισβήτητη: στη μουσική, στα βιβλία, στη λογοτεχνία, στο σινεμά, στα πανεπιστήμια – παντού. Δεν ξέρω από ποια χρονιά αυτό αρχίζει να υποχωρεί, και να αντιστρέφεται κιόλας. Πάντως –αφού αναφέρθηκα στα πανεπιστήμια– στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια δεν μπορούσες να υπάρξεις καν αν δεν ήσουν αριστερός. Και όσοι τύχαινε να είναι δεξιοί, το κρύβανε. Προσέξτε όμως: δεν θα ήθελα να εξωραΐσουμε αυτή την κυριαρχία της Αριστεράς, γιατί συνοδεύτηκε από πολύ ισχυρό δογματισμό και ακαμψία. Το ΚΚΕ, το ΚΚΕ Εσωτερικού και όλος ο αστερισμός των αριστερίστικων οργανώσεων χαρακτηρίστηκαν από πολύ ακραίο δογματισμό. Κλειστή σκέψη. Κάθε άλλη προσέγγιση αποκλειόταν! Θυμούμαι συμφοιτήτριά μου, στη Νομική, να μου λέει: «Καλός ο Σολωμός, αλλά δεν είναι αριστερός!». Ο μόνος χώρος που διαφοροποιούνταν ήταν ο «Ρήγας Φεραίος», οι άλλοι ήταν διαποτισμένοι από φανατισμό, που κάποιες φορές έφθανε μέχρι τη βία.

Αυτό δημιούργησε αγκυλώσεις και αρνητικές δυναμικές; Έχετε γράψει για το κλίμα στα σχολεία, για ξεχείλωμα της κατάστασης.

Αυτό ισχύει. Και μάλιστα συνεχίζεται. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, ως αντίδραση βέβαια στη δικτατορία που ήταν μια ασφυκτική κατάσταση για τους μαθητές και τους φοιτητές –αποβολή για ένα εκατοστό υπέρβασης του μήκους των μαλλιών!, ομιλίες για την 21η Απριλίου, εκθέσεις για το ΝΑΤΟ όπως παλιότερα για την… αποταμίευση– ζήσαμε μια έκρηξη. Δικαιολογημένη και κατανοητή. Η οποία όμως έκρηξη συνεχίστηκε και εκφυλίστηκε.

ΟΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΟΥΝ ΕΞΑΡΘΕΙ – ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΧΩΡΗΣΕΙ. ΕΧΕΙ ΑΛΛΑΞΕΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Η ΛΟΓΙΚΗ ΑΦΕΝΤΙΚΟ-ΕΡΓΑΤΗΣ ΔΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΟΠΩΣ ΠΑΛΙΑ. Η ΤΑΞΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΗΜΕΡΑ ΒΙΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ «ΑΠΟ ΚΑΤΩ» ΩΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ: ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ, ΜΑΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΝ, ΔΕΝ ΜΑΣ ΔΙΝΟΥΝ ΣΗΜΑΣΙΑ. ΔΕΝ ΜΑΣ ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΥΝ. ΣΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΥ ΣΑΦΕΣ ΑΥΤΟ, ΓΙΝΕΤΑΙ Π.Χ. ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ DÉSERT MEDICAL/ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΕΡΗΜΩΣΗ. ΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΚΩΜΟΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΓΙΑΤΡΟΥΣ. ΕΠΙΠΛΕΟΝ, ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΔΕΝ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΕΚΕΙ…

Παράδειγμα;

Προσέξτε: το εμβληματικό γεγονός της αντίστασης κατά της δικτατορίας υπήρξε τι; Μια κατάληψη. Πάμε στη Μεταπολίτευση, και η κατάληψη είναι έννοια ιερή – εξού και οι αμέτρητες άλλες καταλήψεις, που κανείς δεν έβγαινε να καταδικάσει, αν και ήταν συχνά άνευ λόγου. Κατέληξαν περίπου εθιμοτυπικές!

Μήπως όμως αυτή είναι και μια αντιστροφή της εθνικοφροσύνης των προηγουμένων περιόδων; Όταν η καθαρίστρια στο υπουργείο χρειαζόταν να έχει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων του πατέρα της για να καθαρίζει τις σκάλες; Της μεταπολεμικής εθνικοφροσύνης, αλλά και νωρίτερα του διχαστικού κλίματος του Μεσοπολέμου;

Δεν μπορώ να το πω αυτό με σιγουριά. Περισσότερο θα έβλεπα εδώ μια φυτεμένη σε ιδεολογικό έδαφος απολυτότητα. Όλα αυτά μέχρι το 1989. Το συνταρακτικό γεγονός του 1989 έχει και την εξής πολύ ενδιαφέρουσα συνέπεια: εφόσον ο κομμουνισμός δεν αποτελεί πλέον προοπτική, συγκροτούμε λοιπόν έναν κομμουνισμό ως αναμνηστική ταυτότητα. Γι’ αυτό αρχίζουν –και από τον χώρο ακόμη του ΚΚΕ Εσωτερικού (Φίλιππος Ηλιού, Άγγελος Ελεφάντης…)− να στρέφουν την προσοχή τους στον Εμφύλιο.

Επανανάγνωση του Εμφυλίου.

Μέχρι τότε, στην Αριστερά έλεγαν: Εθνική Αντίσταση – Λαμπράκηδες – αντιδικτατορικό κίνημα. Τον Εμφύλιο δεν τον άγγιζαν. Όταν λοιπόν χάνεται οποιαδήποτε σοσιαλιστική προοπτική, γίνεται η επιστροφή στον Εμφύλιο. Επιπλέον, την Εθνική Αντίσταση και το ΕΑΜ τα ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ. Επομένως απέμενε ως στοιχείο διάκρισης μόνο ο Δημοκρατικός Στρατός. Για τη συγκρότηση μιας αναμνηστικής κομμουνιστικής κοινότητας και ταυτότητας. Πολύ ενδιαφέρουσα διεργασία…

«Αφού δεν μπορούμε να το κάνουμε, ας το αναπαραστήσουμε φαντασιακά…»

Αφού ο κομμουνισμός δεν μπορεί να είναι η ελπίδα του μέλλοντος, ας είναι τουλάχιστον η ιερή μνήμη.

Δηλαδή η Κυβέρνηση του Βουνού…

Ο Δημοκρατικός Στρατός. Το ΚΚΕ τα βλέπει όλα αυτά με ηρωικό τρόπο, ενώ οι άλλοι της ανανεωτικής Αριστεράς τα διαβάζουν ως κάτι τραγικό: μια χαμένη μάχη για λόγους αξιοπρέπειας.

Και το άλμα στον ΣΥΡΙΖΑ, τι κρατάει απ’ αυτή τη διαδρομή;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι προϊόν της κρίσης. Όπως όλα τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα στην Ευρώπη, οι Podemos, τα «Πέντε Αστέρια», το Bloco στην Πορτογαλία. Βέβαια, και η Ακροδεξιά προϊόν της κρίσης είναι – μια διαφορετική ανάγνωση της κρίσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν κατά βάσιν Β’ Πανελλαδική (συν ΚΝΕ), δεν είναι ο «δεξιός» Ρήγας Φεραίος, έχει μια πιο αριστερίστικη ανάγνωση των πραγμάτων. Άλλη αντισυστημικότητα.

Δεξιά και Αριστερά; Η ταξικότητα της περιφρόνησης

Στο μεταξύ, το «Αριστερά-Δεξιά», δηλαδή η βασική διαιρετική τομή, εξακολουθεί να έχει σημασία μετά την εμπειρία της κρίσης; Ή αυτά έχουν θολώσει, οι προτεραιότητες είναι άλλες….. Και κάτι τέτοιο θα ήταν καλό ή κακό;

Ο Γάλλος φιλόσοφος Αλαίν –κάποτε τον διάβαζαν πολύ– έλεγε πως «όταν μου λέει κάποιος ότι δεν υπάρχει διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς, γνωρίζω ότι είναι δεξιός». Το ερώτημα είναι πάντως σοβαρό: οι γαλλικές εκλογές έδειξαν ότι διαφορά υπάρχει. Εκείνο που έκανε ο Μακρόν για να καταργήσει τη διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς απλώς απέτυχε. Η διάκριση μάλιστα έχει γίνει εντονότερη. Ενδεχομένως δε εκείνο που φάνηκε είναι ότι το Κέντρο δεν μπορεί να υπάρχει αυτοτελώς, εξού και όλη αυτή η συζήτηση περί Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς.

Τόσο ο μακρονισμός/la Macronie, όσο και νωρίτερα ο μπλαιρισμός/Blairism επέδειξαν ότι το Κέντρο μπορεί να κερδίζει εκλογές, πλην όμως δεν υποστασιοποιείται εν συνεχεία. Λιγάκι όπως και η εποχή Σημίτη σ’ εμάς… Κερδίζει, πλην αποσυντίθεται.

Βρισκόμαστε σε αναζήτηση νέου περιεχομένου. Η Αριστερά πουθενά στον κόσμο –πάντως όχι στην Ευρώπη– δεν έχει ως πρόταγμα την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικής κοινωνίας, κοινοκτημοσύνης κ.ο.κ. Διεκδικεί εκείνο που διεκδικούσε πάντα: κοινωνική δικαιοσύνη. Οι ταξικές διαφορές, εν τω μεταξύ, σήμερα είναι σε έξαρση – δεν έχουν υποχωρήσει. Έχει αλλάξει η μορφή της εργασίας, η λογική αφεντικό-εργάτης δεν λειτουργεί όπως παλιά. Η ταξική διαφορά σήμερα βιώνεται από τους «από κάτω» ως περιφρόνηση: δεν ασχολούνται μαζί μας, μας περιφρονούν, δεν μας δίνουν σημασία. Δεν μας λογαριάζουν. Στη Γαλλία έχει γίνει πολύ σαφές αυτό, γίνεται π.χ. λόγος για désert medical/υγειονομική ερήμωση. Χωριά και κωμοπόλεις της Γαλλίας δεν έχουν γιατρούς. Επιπλέον, το τραίνο δεν πηγαίνει εκεί…

Ή δεν σταματάει πλέον!

Αυτή η αίσθηση περιφρόνησης γίνεται ισχυρό βίωμα. Μπορεί να οδηγήσει στην Ακροδεξιά, μπορεί να καταλήξει στην Αριστερά.

Η ένταση που γεννιέται από την περιφρόνηση –η κοινωνία των 2/3 κατά Ανδρέα Παπανδρέου (τα 2/3 ευημερούν ή πορεύονται κάπως, το 1/3 περιθωριοποιείται) κινδυνεύει να γίνει κοινωνία του 1/3 (το 1/3 ευημερεί, το 1/3 ας παλέψει να βολευτεί, το 1/3 είναι απόκληροι) μήπως φέρνει κινδύνους νέου τύπου;

Στη Γαλλία πάντως ανεβαίνει το μίσος, τα πράγματα παίρνουν ακραία συγκρουσιακό χαρακτήρα − η Γαλλία δεν είναι Ολλανδία, που λειτουργεί ουσιαστικά σαν μια εταιρεία! Κοινωνικό μίσος. Γι’ αυτό και οι εκεί εξελίξεις είναι ανησυχητικές.

Εμείς, όμως, μήπως έχουμε κάποιον εξαιρετισμό και σ’ αυτό;

Σ’ εμάς υπάρχει από παλιά η απουσία μεγάλης προσδοκίας από το Κράτος. Μπορεί να πέφτω έξω, αλλά ο καθένας προσπαθεί να τα καταφέρει, να βολευτεί, να λύσει ατομικά το πρόβλημά του. Η άλλη πλευρά αυτού είναι η απόφανση για τους πολιτικούς ότι «όλοι το ίδιο είναι, τίποτε δεν θα κάνουν». Πάντα όμως δεν υπήρξε αυτή η αντίληψη περί απουσίας ισχυρού Κράτους που θα έλυνε τα ζητήματα;

Οπότε και η κοινωνική συνοχή καταλήγει να είναι έννοια κενή περιεχομένου;

Σε μεγάλο βαθμό, φοβούμαι! Έχει αρχίσει να υποχωρεί πλέον και η οικογενειακή συνοχή. Ποιοι παππούδες και γιαγιάδες δέχονται τον ρόλο της φροντίδας των εγγονιών τους σήμερα; «Θα ασχοληθούμε με τον εαυτό μας, τώρα!» είναι το νέο τους σύνθημα.

Έχει φτάσει αυτό στην κοινωνία;

Ναι, έχει αρχίσει να εγκαθίσταται. Διαρκής άνοδος του ατομικισμού, του εγωισμού. Θυμηθείτε εκείνο που έλεγε η Θάτσερ όταν της μιλούσαν περί κοινωνίας: «There is no such a thing as society».

Η πολιτική έγινε διαχειριστική

Οπότε, με το συμπάθειο, η πολιτική τι θα είναι; Διεκδίκηση της εξουσίας για απόπειρα τομής σε προβλήματα; Εκείνα τα οράματα, το οραματικό στοιχείο της πολιτικής;

Δεν υπάρχει αυτό το τελευταίο. Ποιο ήταν το όραμα του Σούνακ ας πούμε;

Το όραμα του Μητσοτάκη πάντως, όταν έφτασε στην εξουσία, ήταν να επαναφέρει τη χώρα σε μια κατάσταση κανονικότητας – όχι; Για ένα κόσμο, πάντως, αυτό λειτούργησε – ακόμα και σε φαντασιακό επίπεδο.

Η πολιτική σήμερα είναι διαχειριστική. Περί αυτού, ουδεμία αμφιβολία! Καθαρά διαχειριστική. Παλιά, ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία είχαν σαφώς διακριτά πολιτικά σχέδια. Σήμερα, πού θα βρείτε διαφορά; Από την άλλη, να μην ξεχνούμε ότι τα οράματα καμιά φορά είναι και επικίνδυνα πράγματα… Δεν είμαι βέβαιος ότι κάθε όραμα που κινητοποιεί τις μάζες είναι κατ’ ανάγκην και καλό. Συχνά ισχύει το αντίθετο.

Είπαμε πριν δυο καλά λόγια για την κοινωνική αποδοχή της διαφορετικότητας, με αναφορά και στον πολιτικό χειρισμό του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών και της γονεϊκότητας.

Που είδαμε ότι μπορεί να κόστισε ψήφους, αλλά κοινωνική αναστάτωση δεν έφερε. Πού είδατε συλλαλητήρια ή αληθινά υψηλούς τόνους;

Ίσως να κόστισε και η διάσταση υπεροψίας με την οποία έγινε η επικοινωνία της σχετικής ψηφοφορίας στη Βουλή, εκείνος ο εορτασμός της Προέδρου της Δημοκρατίας και κυβερνητικών στελεχών σε wine bar. Το ύφος εντέλει.

Ναι, συν η αίσθηση ότι δίνονταν εξετάσεις στην Ευρώπη. Αλλά και τα φροντιστήρια σε βουλευτές από υπουργό Επικρατείας αντί του καθ’ ύλην υπουργού Δικαιοσύνης ίσως να μην έκαναν καλό.

Μια στάση τώρα σε μια διαφορετική διάσταση του Άλλου. Η ελληνική κοινωνία αγκάλιασε τελικώς τους Αλβανούς μετανάστες. Ύστερα όμως ήρθε το προσφυγικό κύμα – οι πιο σκουρόχρωμοι (ακούστηκε κι αυτό!). Τελικά υπάρχει στην ελληνική κοινωνία αποδοχή του Άλλου; Ή φτάσαμε στο όριο;

Η Ελλάδα, όταν δέχτηκε το πρώτο κύμα μεταναστών –τους Αλβανούς– ήταν μια χώρα χωρίς καμιά πείρα του φαινομένου. Στέλναμε μετανάστες, φεύγαμε, δεν υποδεχόμασταν. Είναι αλήθεια ότι οι Αλβανοί, σε μεγάλο βαθμό πάντως, ενσωματώθηκαν.

Είναι λευκοί, κάποιοι και με γαλανά μάτια, είναι και εργατικοί, προκόβουν.

Φρόντισαν και πήραν οι περισσότεροι ελληνικά ονόματα, θέλησαν να ενταχθούν, κάποιοι βαφτίστηκαν, πήραν σπίτια, πέτυχαν την ενσωμάτωση. Όμως, ειλικρινά, δεν νομίζω ότι ισχύει και το ίδιο με εκείνους που όντως αποκαλούνται απαξιωτικά σκουρόχρωμοι – ιδίως Πακιστανούς, Μπαγκλαντεσιανούς.

Είναι η μουσουλμανική θρησκεία; Είναι η βαθιά Ανατολή;

Είναι εκείνο που εμμέσως επισημάνατε ως «διάσταση του Άλλου». Δύσκολα πράγματα. Θέλει πολύ μεγάλη προσπάθεια, αλλαγή νοοτροπίας. Θα λειτουργήσει όμως και η ανάγκη: από το μάζεμα της ελιάς και τη φροντίδα των θερμοκηπίων μέχρι και τη γηροκόμηση των ηλικιωμένων. Μην το υποτιμούμε.

Εκκλησία και Κράτος

Να σταθούμε μια στιγμή και στην Εκκλησία; Τον ρόλο της στις σημερινές συνθήκες…

Μερικές φορές, εδώ, θυμώνω. Η Νέα Αριστερά οργάνωσε πρόσφατα εκδήλωση στο Πάντειο, για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, για να υποστηρίξει ότι πρέπει να γίνει χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους. Μα αυτός ο χωρισμός έχει γίνει! Το έχω γράψει εκατό φορές, αλλά η ιδεοληψία τους τους εμποδίζει να το δουν. Στην Ελλάδα υπάρχει πλήρης χωρισμός: πολιτικός γάμος, σύμφωνο συμβίωσης, πολιτική κηδεία, ονοματοδοσία παιδιών χωρίς βάφτιση, θρησκευτικός όρκος δεν υπάρχει. Όλα έχουν λυθεί. Το μόνο που έχει απομείνει, είναι ότι ο/η Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορκίζεται στο όνομα της Αγίας Τριάδος! Οπότε θα μπορούσε κανείς να πει ερμηνευτικά ότι δεν μπορεί να γίνει Πρόεδρος μη Ορθόδοξος. Όλα τα άλλα, έχουν συντελεστεί. Το θέμα του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους έχει ιδεολογικοποιηθεί και έτσι δεν γίνεται αντιληπτό ότι έχει λήξει. Ενδεχομένως να ήταν μια σοφή επιλογή του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος στο σύνολό του να προχωρήσει σταδιακά, κομμάτι κομμάτι. Μπερδεύουμε θέματα που ανήκουν σε μια απλή εθιμοταξία με τον νόμο: το ότι σε μια λιτανεία, στα Θεοφάνεια ή στην Ανάσταση, θα πάει ο ένας ή άλλος βουλευτής δεν αποτελεί νομικό ζήτημα. Είναι ένα έθιμο και μια υποκρισία θεμελιωμένη πάνω στην υπερεκτίμηση του ρόλου της Εκκλησίας ως εκλογικού μηχανισμού.

Μένει όμως η υπόθεση της μισθοδοσίας του κλήρου από τον κρατικό κορβανά. Η δημοσιοϋπαλληλοποίηση του κλήρου.

Ναι, αυτό είναι ένα πρόβλημα. Σημειώστε ότι πολλές Μητροπόλεις έχουν πλέον αρχίσει να έχουν ιερείς εκτός κρατικής μισθοδοσίας, που συνεχίζουν να ασκούν το επάγγελμά τους. Γνωρίζω και ταξιτζή εφημέριο. Μετά την ατυχή προσπάθεια επίλυσης επί Τσίπρα-Ιερώνυμου που δεν προχώρησε, γιατί κινήθηκαν και οι δύο κουτοπόνηρα, μπορεί το Κράτος όποτε θελήσει να πει –αύριο το πρωί!– «εξακολουθούμε να μισθοδοτούμε όσους εισήχθησαν στον κλήρο με αυτό το δεδομένο, αλλ’ από δω και πέρα σταματάμε». Δεν θέλει κανένας να το κάνει, όμως δεν πρόκειται για νομικό/θεσμικό ζήτημα. Παρόμοια ισχύουν και με το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία. Αν δείτε τα βιβλία, δεν πρόκειται πλέον για μάθημα με ομολογιακό/κατηχητικό περιεχόμενο, όπως ίσχυε παλιά. Είναι μια διδασκαλία πολύ πιο ανοιχτή – στο δε δημοτικό, το μεγαλύτερο ποσοστό των δασκάλων απλώς δεν το κάνει το μάθημα, προχωράνε την ύλη στα ελληνικά ή στα μαθηματικά.

Βόρεια Ελλάδα; Ακροδεξιά; Μοναστήρια; Δεν είναι πράγματι η Εκκλησία εκλογικός μηχανισμός;

Ας δούμε το φαινόμενο Νατσιού, που όντως είναι δημιούργημα μονών και γεροντάδων. Αλλά… τι ποσοστό ψήφων συγκέντρωσε; Αυτό είναι το όριο εκλογικής επιρροής της Εκκλησίας. Πόσο επηρέασε τον Βελόπουλο η σαφής διαφοροποίηση από αυτόν της Εκκλησίας; Καθόλου. Μην υπερεκτιμούμε την εκλογική δύναμη της Εκκλησίας. 

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΛΗΜΜΑ
Το ζήτημα της αντίδρασης της Ελλάδας έναντι της τουρκικής εισβολής του 1974 είναι ένα από τα δυσκολότερα στην ιστορία τον σύγχρονου ελληνισμού.
Πρώτον, επειδή η Ελλάδα —έστω υπό μια χούντα, μη αντιπροσωπευτική της βούλησης του ελλαδικού λαού, αλλά πάντως έστω και έτσι— έδωσε στην Τουρκία το πρόσχημα για να διενεργήσει την εισβολή, ενώ με το πραξικόπημα αποδιοργάνωσε καθοριστικά την άμυνα της Κύπρου ώστε η εισβολή να μπορεί να επιτύχει.

Δεύτερον, επειδή το 1974 μαζί με τον πόλεμο χάθηκε και έδαφος —έδαφος στο οποίο έπαυσε να ομιλείται η ελληνική γλώσσα για πρώτη φορά μετά 3.000 χρόνια—, ενώ η Ελλάδα δεν μπόρεσε ουσιαστικά να μετάσχει στον πόλεμο αυτόν, παρά μόνο με ελάχιστες από τις δυνάμεις της. Αυτό δημιουργεί εκ μέρους ημών των Ελλαδιτών μια ευθύνη και μια οφειλή. Τούτα τα βάρη δεν μπορούν να απαλλάξουν τον σύγχρονο ελληνισμό από την υποχρέωση του, ταυτόχρονα, να προχωρήσει σε ουσιαστικές και έντιμες αποτιμήσεις των γεγονότων του1974, με βάση τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Δυστυχώς, αυτή η αδυναμία να το κάνουμε, εμφανίζεται πολύ συχνά από τότε ακόμη και έως τις ημέρες μας. 'Ήταν από τότε πολύ συνηθισμένο να διατυπώνεται ο ισχυρισμός —πρωτίστως από την άκρα Δεξιά και τους νοσταλγούς της χούντας, αλλά όχι κατ' ανάγκη μόνο από εκείνη την πλευρά— ότι η Ελλάδα δεν πολέμησε είτε επειδή οι δημοκρατικές δυνάμεις δεν ήθελαν να πολεμήσουν υπέρ της Κύπρου είτε επειδή οι ξένοι αφέντες» τους δεν τους «επέτρεψαν» να πολεμήσουν.

Ακούγεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η χούντα έχασε (μόνον)) ένα 8% του εδάφους της Κύπρου (πρώτος Αττίλας) και ότι η δημοκρατία έχασε το άλλα 30%. Συνεπώς, η δημοκρατία ήταν αυτή που στην πραγματικότητα έχασε την κατεχόμενη Κύπρο. Προβάλλεται ακόμη ότι —αυτό κι αν είναι γενικευμένο fake news—ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αρνήθηκε να πολεμήσει στον δεύτερο «Αττίλα», επειδή η Κύπρος κείται μακράν.

Ο Καραμανλής πράγματι αντιμετώπισε το πρόβλημα της απόστασης της Κύπρου από την Ελλάδα, αλλά ο πρώτος πού το είχε υποδείξει ρητά ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964. Γι' αυτό, άλλωστε, ο Γ. Παπανδρέου είχε στείλει τη λεγόμενη μεραρχία στην Κύπρο το 1964: επειδή, ακριβώς λόγω της απόστασης, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να παρέμβει στη Μεγαλόνησο μετά την έναρξη εχθροπραξιών εκεί. 'Όλα τούτα, όμως, δεν πρέπει να μας εμποδίσουν από το να προχωρήσουμε, πενήντα πλέον χρόνια μετά, σε ουσιαστικές αποτιμήσεις και να βγάλουμε τα αναγκαία συμπεράσματα. Αυτό θα επιχειρήσουμε να κάνουμε σε αυτές τες σελίδες.

«ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ» ΛΥΣΗ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΡΟΠΗ;
Από το 1959 και τη σύναψη των Συμφωνιών Ζυρίχης — Λονδίνου, μια τεράστιας κλίμακας, κρίσιμη στρατηγική διαφωνία για το μέλλον τον ελληνισμού μαινόταν ως προς την Κύπρο: Τι έπρεπε να χάνει ο ελληνισμός;
Η πρόταση τον Καραμανλή και τον Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα προς τον Μακάρια ήταν σαφής:
Η Κύπρος έπρεπε να εφαρμόσει πιστά τις συμφωνίες και να φροντίσει να γίνει μέλος της Δύσης, είτε μέσω ένταξης στο ΝΑΤΟ είτε μέσω σύνδεσης με την ΕΟΚ. Εάν είχε γίνει κάτι τέτοιο —Θα πρέπει πλέον, τόσα χρόνια μετά, να το έχουμε καταλάβει— τουρκική εισβολή Θα ήταν αδιανόητη. Αλλά δεν επικράτησε η δική τους άποψη.
Ο μεν Μακάριος προτίμησε ένα παιχνίδι κρημνοβασίας μεταξύ των υπερδυνάμεων (εξ ορισμού επικίνδυνο για μια μικρή χώρα σε αυτή την πιο ταραγμένη περιοχή του κόσμου) σε δε τμήμα τον ελληνικού πολιτικού συστήματος και των Ενόπλων Δυνάμεων κέρδισε έδαφος η ιδέα ενός « χειρουργικού»/ πραξικοπηματικού στρατιωτικού πλήγματος που, δημιουργώντας θαυματουργά «τετελεσμένα», θα άλλαζε τον συσχετισμό ισχύος και Θα επέτρεπε στην Ελλάδα να επιβάλει την Ένωση. Η τελευταία στρατηγική ήταν από πολλές απόψεις ανεπαρκής. Αν μη τε άλλο, ήταν η στρατηγική του πιο αδύναμου μέρους: Εάν έχεις τον συσχετισμό ισχύος υπέρ σου, δεν αναζητείς τέτοιες Θαυματουργές διαδικασίες...
Επίσης, ήδη από το 1964, όταν πλέον η νέα κρίση τον Κυπριακού είχε στρατιωτικοποιηθεί, διαφάνηκε και το μείζον στρατιωτικό μειονέκτημα της ελληνικής (ελλαδικής και κυπριακής πλευράς), δηλαδή το πρόβλημα ότε η ελληνική αεροπορία δεν μπορούσε να επιχειρήσει στην Κύπρο αποτελεσματικά. Τον Αύγουστο 1964, όταν τουρκικά αεροσκάφη είχαν πλήξει κατοικημένες περιοχές στην Κύπρο —την πόλη Χρυσοχούς— με ναπάλμ, ο αρχηγός του ΓΕΑ, πτέραρχος Γεώργιος Αντωνάκος, είχε τονίσει στην πολιτική ηγεσία ότε τα ελληνικά αεροσκάφη δεν μπορούσαν να επιχειρήσουν στην Κύπρο για περισσότερο από 5-10 λεπτά. Επομένως, συνέχισε, δεν μπορούσαν να εμπλακούν σε επιχειρήσεις υποστήριξης των χερσαίων δυνάμεων. Θα είχε νόημα να επιτεθούν σε έναν τουρκικό αποβατικό στόλο, πριν δηλαδή οι Τούρκοι πατήσουν στο νησί.
Αλλά, είπε ο Αντωνάκος, η εμπλοκή των αεροσκαφών προς υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων στο πεδίο της μάχης δεν θα ήταν ορθολογική, καθώς δεν Θα είχε ανάλογο στρατιωτικό αποτέλεσμα. Πράγματι, οι Τούρκοι δεν Θα χρειαζόταν καν να καταρρίψουν τα ελληνικά αεροπλάνα. Θα μπορούσαν απλώς να τα εμπλέξουν σε αερομαχία για 6-11 λεπτά, ώστε αυτά να μην έχουν καύσιμα να γυρίσουν και να πέσουν στη θάλασσα.
Ο χρόνος δράσεως των αεροσκαφών δεν είχε αλλάξει το 1974, ακόμη και για τα καλύτερα ελληνικά, τα Phantom F-4. Πάντως, ποτέ οι δημοκρατικές κυβερνήσεις πριν από το 1967 δεν σκέφτηκαν να χάνουν το ανοσιούργημα να διενεργήσουν πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου, ο οποίος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τη διεθνή αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό το ανοσιούργημα έκανε η χούντα υπό τον Δημήτριο Ιωαννίδη. Υπάρχει όμως και ένα στοιχείο επώδυνης ιστορικής ειρωνείας: Το 1974, ο Καραμανλής και το επιτελείο ταυ, δηλαδή κατεξοχήν οι άνθρωποι που είχαν υποστηρίξει την πρώτη λύση, της πολιτικής αποτροπής και της ένταξης στη Δύση, εκλήθησαν να αντιμετωπίσουν την καταστροφή που είχαν επιφέρει οι υποστηριχτές της κρημνοβασίας στις 15-20 Ιουλίου 1974.


ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ
Η απόφαση του Ιωαννίδη να ασκηθεί βία εναντίον τον προέδρου Μακαρίου άνοιξε την Κερκόπορτα. Το ίδιο το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν καλά σχεδιασμένο και επέτυχε τους στόχους του — αν και ο Μακάριος διέφυγε εκτός Κύπρου μέσω των βρετανικών βάσεων. Αλλά εδώ δεν επρόκειτο μόνο για ένα πραξικόπημα. Οι χουντικοί είχαν κακομάθει από την εμπειρία τους των προηγούμενων ετών: Τότε, δημιουργούσαν τετελεσμένα με τα στρατιωτικά τους κινήματα και επέβαλλαν τες θέσεις τους στους άλλους, που είτε δεν μπορούσαν να αντιδράσουν (ελληνικές πολιτικές δυνάμεις) είτε έκριναν ότε δεν όφειλαν να αντιδράσουν (οι ΗΠΑ).

Αλλά στην περίπτωση της Κύπρου υπήρχε και ένας πρόσθετος παράγοντας ανέλεγκτος —πλην του ελέγχου, πιθανόν, και των ίδιων των ΗΠΑ—, δηλαδή η Τουρκία. Η Άγκυρα άδραξε την ευκαιρία για να εισβάλει στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου. 'Ήταν, όπως ξεκάθαρα φάνηκε, πρόσχημα. Η ευκαιρία που της είχε δοθεί, ήταν μεγάλη για πολλούς λόγους: Η Ελλάδα ήταν διεθνώς απομονωμένη λόγω της χούντας' είχε επιβαρυνθεί επιπλέον με την ενέργειά της κατά τον εκλεγμένου προέδρου της Κύπρου μετά την κρίση στην Κοφίνου τον Νοέμβριο τον 1967 η χούντα είχε αποσύρει την ελληνική μεραρχία από το νησί, μια στρατιωτική δύναμη πολύ καλύτερα οργανωμένη από την κυπριακή Εθνική Φρουρά, που μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό εμπόδιο σε τουρκική απόβαση.

Ο Ιωαννίδης δεν περίμενε τουρκική εισβολή και δεν είχε προετοιμάσει τις ελληνικές 'Ένοπλες Δυνάμεις για το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης είτε στην Κύπρο είτε στο Αιγαίο, Η διενέργεια τον ίδιου του πραξικοπήματος αποσταθεροποίησε την κυπριακή άμυνα την ώρα της άφιξης των τουρκικών στρατευμάτων. Εκ των υστέρων, απολογητές του Ιωαννίδη άφησαν να εννοηθεί ότε είχε λάβει διαβεβαιώσεις» από Αμερικανούς πράκτορες πως οι ΗΠΑ θα απέτρεπαν μια τουρκική εισβολή. 0 κόσμος των φαντασιώσεων στον οποίο ζούσαν ο Ιωαννίδης και οι άνθρωποί του διαφαίνεται πρωτίστως από αυτό. Οι πράκτορες, ό,τι και εάν του είπαν και εάν του το είπαν, δεν δεσμεύουν μια κυβέρνηση. Εάν ο Ιωαννίδης ήθελε παρόμοιες διαβεβαιώσεις, έπρεπε να είχε μιλήσει με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, με εξουσιοδοτημένο από αυτόν στέλεχος τον Στέιτ Ντιπάρτμεντ ή με τον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα. Και με αυτούς δεν μίλησε. Τέτοια διαβεβαίωση δεν είχε δοθεί, και ούτε υπάρχει μνεία της στα αμερικανικά αρχεία ή σε αυτά άλλων δυτικών χωρών.

0 Ιωαννίδης δεν καταλάβαινε πώς δουλεύει ο κόσμος.

Η ΑΝΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΑΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
Μην περιμένοντας τουρκική εισβολή, ο Ιωαννίδης δεν είχε προετοιμάσει τη χώρα για το ενδεχόμενο σύγκρουσης με την Τουρκία. Τες πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της 20ης Ιουλίου, με τον τουρκικό αποβατικό στόλο στον ορίζοντα της Κύπρου και τις στρατιωτικές αρχές στο νησί να ζητούν οδηγίες, η Αθήνα τις καθησύχαζε ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο για τουρκική κίνηση εκφοβισμού, που δεν θα κατέληγε σε απόβαση!
Παράλληλα, ο Ιωαννίδης προκάλεσε ή έδωσε την ευκαιρία να προκληθεί πολεμική σύγκρουση στην Κύπρο, ενώ τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ήταν ανοχύρωτα και στο έλεος της Τουρκίας. Οι επίλεκτες ελληνικές δυνάμεις δεν ήταν στις θέσεις τους για να αντιμετωπίσουν μια εισβολή. Υπάρχει ο μύθος ότι αι πλοίαρχοι των δύο υπερσύγχρονων ελληνικών υποβρυχίων ((Γλαύκος)) και Νηρεύς» είχαν στα στόχαστρά τους τον αποβατικό στόλο, που μπορούσαν να καταστρέψουν, αλλά ccδεν τούς άφησαν». Πρόκειται για μύθο. Τα υποβρύχια το πρωί της 20ης Ιουλίου βρίσκονταν στις Κυκλάδες, όχι στην Κύπρο, κι χρειάζονταν πλεύση εν καταδύσει δύο ημερών για να φτάσουν εκεί. Όταν θα έφταναν στις 22 Ιουλίου, θα έβρισκαν το τουρκικό προγεφύρωμα εδραιωμένο και τον αγώνα να έχει αποφασιστεί. Ούτε και δύο υποβρύχια μόνα τους μπορούσαν να καταστρέψουν ολόκληρο στόλο — δεν φέρουν απεριόριστο αριθμό τορπιλών. Αλλά και να βρίσκονταν έξω από την Κυρήνεια τα υποβρύχια στις 20 Ιουλίου, είναι πιθανόν ότε πάλε δεν θα λάμβαναν εντολές να επιτεθούν. Επί τρεις ώρες αφότου είχε ξεκινήσει η απόβαση των Τούρκων, η Αθήνα διαβεβαίωνε τούς στρατιωτικούς στην Κύπρο ότε επρόκειτο για εκφοβισμό, όχι για εισβολή...
Υπήρχαν τα προηγμένα αεροσκάφη Phantom F-4, ανάλογα των οποίων δεν είχε η Τουρκία. Θα ήταν πράγματι, δυνατόν το πρωί της εισβολής, 20 Ιουλίου, να πλήξουν τους Τούρκους όσο αυτοί βρίσκονταν στο νερό, δηλαδή δεν είχαν ακόμη αποβιβαστεί. Είναι η στιγμή πού μια δύναμη απόβασης βρίσκεται στο μέγιστο σημείο της τρωτότητάς της. Τότε θα μπορούσαν ίσως να καταφέρουν ένα μοιραίο πλήγμα εναντίον των δυνάμεων της εισβολής.
Αλλά τα Phantom, στις 20 Ιουλίου βρίσκονταν στην Ανδραβίδα, στη Δυτική Ελλάδα, όχι στην Κρήτη, δηλαδή δεν βρίσκονταν σε ένα από τα δύο εγγύτερα προς την Κύπρο αεροδρόμια, από όπου θα μπορούσαν να εκτελέσουν μια τέτοια αποστολή. Πάντως και να βρίσκονταν στην Κρήτη, ποιος θα τους έδενε εντολή απογείωσης; Η Αθήνα νόμιζε ότι γινόταν εκφοβισμός και όχι εισβολή...
Ουσιαστικό είναι ακόμη να επισημανθεί ότι το πραξικόπημα αποδιοργάνωσε τις ίδιες τες αμυντικές δυνάμεις στην Κύπρο. 'Όταν οι Τούρκοι πάτησαν στην ακτή στο Πέντε Μέλι το πρωί της 20ης Ιουλίου, τα πολυβολεία εκεί ήταν ανεπάνδρωτα, καθώς οι στρατιωτικής δυνάμεις κυνηγούσαν τους μακαριακούς σε άλλα μέρη του νησιού. Η δύναμη καταδρομέων στον Πενταδάκτυλο —κρίσιμο στοιχείο μιας ελληνικής αντεπίθεσης— το ίδιο: δεν βρισκόταν στη θέση της. Σε αυτές τις συνθήκες, οι Τούρκοι δεν έκαναν απόβαση, αλλά απλώς αποβιβάστηκαν στο νησί.

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ
Το κακό, όμως, δεν τελείωσε εκεί. Το πρωί της 20ης Ιουλίου, όταν επιτέλους ο Ιωαννίδης και οι άνθρωποί του κατάλαβαν ότι είχε γένει εισβολή, προκήρυξαν γενική επιστράτευση.
Αυτό ήταν μία ακόμη καταστροφή. Μέσα σε λίγες ώρες, το όλο σύστημα του Στρατού Ξηράς είχε καταρρεύσει από τους εκατοντάδες χιλιάδες επιστρατευμένους, για τούς οποίους δεν υπήρχαν ρουχισμός, όπλα, εφόδια, ακόμη και καταλύματα για το βράδυ.
Αντιθέτως, στην απολύτως επιτυχημένη επιστράτευση του 1940 είχαν πρώτα κληθεί κρίσιμες ειδικότητες όπως οδηγοί, αποθηκάριοι, υπεύθυνοι για την επιμελητεία, και στη συνέχεια λίγες κλάσεις τη φορά, οργανώνονταν και προωθούνταν συντεταγμένα στο μέτωπο. Το 1974, η καθολική επιστράτευση προκάλεσε το απόλυτο χάος.
Αυτό σήμαινε ότε σε λίγες ώρες, στις 20 Ιουλίου, κατέρρευσε το μεγαλύτερο τμήμα του Στρατού Ξηράς. Παρέμεναν ορισμένες επίλεκτες δυνάμεις (καταδρομείς, οι μονάδες στη Θράκη, τεθωρακισμένα, αν και ένα μεγάλο μέρος από τα τελευταία ήταν συγκεντρωμένα στην Αθήνα για να την κρατούν υπό έλεγχο, και όχι στο μέτωπο). Υπήρχε καλό Ναυτικό και καλή Αεροπορία. Αλλά ελληνικός στρατός ως σύνολο, ικανός να χάνει πόλεμο, δεν υπήρχε. Χανόταν ένας πόλεμος στην Κύπρο, το Αιγαίο ήταν ανοχύρωτο και απροστάτευτο, και η Ελλάδα, διεθνώς απομονωμένη, δεν είχε συντεταγμένο στρατό...
Αυτή η πλήρης κατάρρευση της στρατιωτικής θέσης της χώρας υπήρξε, μαζί με την επιτυχία της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, παράγοντας που οδήγησε στην απόφαση της ηγεσίας τον στρατού να παραδώσει την εξουσία στους πολιτικούς.

ΚΥΠΡΟΣ: Η ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ, 20-21 ΙΟΥΛΙΟΥ
Από τη στιγμή που η Ελλάδα δεν μπορούσε (δεν το σκέφτηκε καν) να πλήξει τον τούρκικό στόλο τη στιγμή της μέγιστης τρωτότητάς του, δηλαδή όσο δεν είχε ακόμη πατήσει στο νησί, και καθώς τα πολυβολεία στο Πέντε Μίλι ήταν την κρίσιμη ώρα άδεια, η τουρκική πλευρά είχε ένα μεγάλο στρατηγικό πλεονέκτημα.

Στα νησιά της Μεσογείου, ο πολεμικός αγώνας κρίνεται όταν ο επιτιθέμενος κατορθώσει να εγκαταστήσει προγεφύρωμα και να μπορεί να το ανεφοδιάζει. Από εκείνη τη στιγμή, ο αμυνόμενος έχει ηττηθεί. Το 1941, στην Κρήτη, οι Βρετανοί άρχισαν να αποχωρούν μόλις οι Γερμανοί πάτησαν το Μάλεμε. Το 1943, στη Σικελία, οι Γερμανοί ξεκίνησαν την αποχώρησή τους μόλις οι Σύμμαχοι εγκατέστησαν προγεφύρωμα. Από την Κύπρο, βέβαια, οι 'Έλληνες δεν μπορούσαν να αποχωρήσουν. Η δική τους ελπίδα ήταν μια επιτυχημένη αντεπίθεση που θα έριχνε τους Τούρκους στη Θάλασσα. Αυτή θα ήταν η ώρα της απόφασης.

Η αντεπίθεση εκδηλώθηκε το βράδυ της 20ης προς 21 η Ιουλίου. Δεν ήταν απολύτως συντεταγμένη, καθώς οι ελληνικές δυνάμεις ήταν λίγες, διασκορπισμένες και αποδιοργανωμένες από το πραξικόπημα. Επίσης, οι κινήσεις έπρεπε να γίνονται μόνο βράδυ, καθώς την ημέρα οι ελληνικές δυνάμεις ήταν απολύτως εκτεθειμένες στην τουρκική αεροπορία που κυριαρχούσε πάνω από το νησί.

Παρόλα αυτά , η αντεπίθεση εκδηλώθηκε με όσες δυνάμεις μπόρεσαν να συγκεντρωθούν, διενεργήθηκε με αφάνταστη γενναιότητα και αυτοθυσία μέχρι τες πρωινές ώρες της 21ης Ιουλίου. Αλλά αποκρούστηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι υπερείχαν σε μέσα. Και από εκείνη τη στιγμή, πρωί της 21ης Ιουλίου, ο αγώνας είχε κριθεί υπέρ της τούρκικής πλευράς, η οποία είχε εδραιώσει το προγεφύρωμά της, είχε αποκρούσει την πρώτη αντεπίθεση όσο το προγεφύρωμα ήταν ακόμη ευάλωτο, και μπορούσε να το ανεφοδιάζει.

Ως στρατιωτική επιχείρηση, η τουρκική εισβολή δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη. Πρώτον, οι Τούρκοι βύθισαν από λάθος ένα δικό τους αντιτορπιλικό. Δεύτερον, ενώ οι διεθνείς παρατηρητές περίμεναν να καταληφθεί αμέσως περίπου το ένα τρίτο της νήσου, χάρη στην απεγνωσμένη ελληνική αντίσταση καταλήφθηκε πολύ μικρότερο τμήμα. Αλλά η εγκατάσταση και εδραίωση του προγεφυρώματος σήμαινε ότι η Τουρκία είχε επιτύχει τον πρωταρχικό στόχο της: να έχει σταθερό σημείο για να μεταφέρει με ασφάλεια όσες στρατιωτικές δυνάμεις και, κυρίως, τεθωρακισμένα επιθυμούσε. Με τη δημιουργία του προγεφυρώματος, σενάριο νίκης για την ελληνική πλευρά έπαψε να υφίσταται. Η κατάληψη περισσότερων περιοχών ήταν ζήτημα χρόνου και βούλησης της Τουρκίας. Αυτή η βεβαιότητα για τη σημασία των εξελίξεων επί του πεδίου είναι εκκωφαντικά παρούσα
Και στο αρχειακό υλικό των τρίτων κρατών εκείνες τις μέρες.

Η Ελλάδα δεν μπόρεσε, επομένως, συνδράμει με πρόσθετες δυνάμεις στην κρίσιμη ώρα. Εστάλη, βέβαια, στις 21 Ιουλίου η Α’ Μοίρα καταδρομών από την Κρήτη με αεροσκάφη Noratlas, ένα εκ των οποίων καταρρίφθηκε από φίλια πυρά. Αλλά η επιρροή της δεν μπορούσε να είναι αποφασιστική.

Στις 22 Ιουλίου, είχαν στο μεταξύ μετακινηθεί στην Κρήτη 10 ελληνικά Phantom και περίμεναν εντολή να επιτεθούν στις τουρκικές δυνάμεις στην Κύπρο. Τέτοια εντολή δεν τους δόθηκε ποτέ και έκτοτε οι χειριστές τους κατηγόρησαν την ηγεσία τους για τούτο. Η γενναιότητα των Ελλήνων πιλότων —εθελοντών για την επιχείρηση— είναι συγκλονιστική. Πιθανότατα δεν θα επέστρεφαν.

Αρκούσε για την τουρκική αεροπορία των 520 αεροπλάνων να εμπλέξει αυτά τα 10 Phantom σε αερομαχία για 6-8 λεπτά ώστε να μην έχουν καύσιμα για να γυρίσουν στη βάση τούς. Επιπλέον, ενώ η διακινδύνευσή τους για να πλήξουν τον τούρκικό στόλο πριν από την απόβαση θα είχε νόημα (γιατί θα μπορούσαν να την αποτρέψουν πριν πατήσουν οι Τούρκοι στην Κύπρο), η στρατιωτική επιρροή τους στο πεδίο της μάχης (αφού δηλαδή πάτησαν), για να πλήξουν το προ-γεφύρωμα ή να συνδράμουν σε μάχες στο εσωτερικό τον νησιού, δεν μπορούσε να είναι εξίσου αποφασιστική.

Άλλωστε, στις 22 Ιουλίου δεν υπήρχε πλέον στην Αθήνα πολιτική ηγεσία για να δώσει εντολή για πλήγμα. Η κυβέρνηση είχε διαλυθεί, και οι Αμερικανοί δεν βρήκαν στο γραφείο του ούτε έναν υφυπουργό για να συμφωνήσει στην εκεχειρία, την οποία συνήψε ο μόνος που ήταν παρών, ο αρχηγός Ναυτικού, αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης.

Τις επόμενες ημέρες, και παρά την εκεχειρία ο τουρκικός στρατός επέκτεινε το προγεφύρωμά του καταλαμβάνοντας το 8%ο του κυπριακού εδάφους.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ «ΑΤΤΙΛΑΣ»
Με όποιους στρατιωτικούς όρους και εάν εξετάσει κάποιος το ζήτημα, η Τουρκία είχε οριστικά επικρατήσει τις πρώτες ημέρες της εισβολής. Δεν είχε, ωστόσο, επιτύχει τους στόχους της για την κατάληψη του ενός τρίτον της Κύπρου. Αυτό το έχανε κατά τη δεύτερη εισβολή (Αττίλας ΙΙ ) στις 14-16 Αυγούστου. Και πάλι προβάλλεται (από τους επικριτές της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας) προσχηματικά το επιχείρημα ότι η Ελλάδα δεν θέλησε να πολεμήσει εκείνη την ώρα.
Στα επιχειρήματα των επικριτών της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας δεν λαμβάνονται υπόψη βασικές παράμετροι της κατάστασης. Οι πολιτικές δυνάμεις είχαν μεν επιστρέψει στη διακυβέρνηση του τόπου, αλλά τα πράγματα συνέχιζαν να κινούνται επί ξηρού ακμής. Σημαντικό μέρος των αξιωματικών καραδοκούσε για να ανατρέψει το νέο πολίτευμα. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι το πρωί της 11ης Αυγούστου η κυβέρνηση (οι υπουργοί Εθνικής Αμύνης και Δημοσίας Τάξεως, Ευάγγελος Αβέρωφ και Σόλων Γκίκας) αποκάλυψαν και εξουδετέρωσαν απόπειρα πραξικοπήματος (πιθανόν και δολοφονίας τον Καραμανλή) που Θα εκδηλωνόταν το βράδυ της ίδιας ημέρας. Την ίδια εκείνη ημέρα, ο Καραμανλής, σε μια δραματική σύσκεψη με τη στρατιωτική ηγεσία, ανάγκασε τους αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων και Στρατού να απομακρύνουν τις ύποπτες για διενέργεια πραξικοπήματος στρατιωτικές δυνάμεις από το λεκανοπέδιο Αττικής.
Απείλησε μάλιστα ότε θα καλέσει τον λαό σε συλλαλητήριο - δηλαδή, έφτασε να απειλήσει με επανάσταση. 'Ήταν μόλις τρεις ημέρες πριν από τον δεύτερο «Αττίλα». Στην Κύπρο, το τουρκικό προγεφύρωμα είχε ενισχυθεί με 40.000 στρατιώτες, τεθωρακισμένα και βαριά πυροβόλα.
Στην Ελλάδα, η αποτυχία της επιστράτευσης είχε αποδιοργανώσει τον στρατό ξηράς. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα είχε δυνάμεις για να χάνουν μια καταδρομική επιχείρηση στην Κύπρο, αλλά όχι δυνάμεις για να νικήσουν σε έναν πόλεμο, στον οποίο μάλιστα η αεροπορική υπεροχή στην ίδια την Κύπρο ανήκε συντριπτικά στην Τουρκία. 'Ηδη πριν από τη δεύτερη τουρκική εισβολή, η στρατιωτική ηγεσία είχε τονίσει στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να χάνει πόλεμο: η τουρκική υπεροχή εμφανιζόταν περίπου σε 3:1 στις δυνάμεις ξηράς ενώ ήταν μεγάλη και στην αεροπορία. Στο Ναυτικό υπήρχε ελληνική υπεροπλία, που δεν αναιρούσε πάντως τα άλλα στοιχεία. Τέλος, τα ανατολικά νησιά του Αιγαίου ήταν ανοχύρωτα, με ό,τι θα σήμαινε αυτό σε περίπτωση απευθείας σύγκρουσης των ελλαδικών με τις τουρκικές δυνάμεις στην Κύπρο.
Τί δυνατότητες είχε μια χώρα σε τέτοια κατάσταση; Δεν πρέπει να λησμονούνται τα στοιχεία αυτά και καλό είναι να αποφεύγονται ασκήσεις επί χάρτου που δεν βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα. 'Όταν εκδηλώθηκε η τουρκική επίθεση το πρωί της 14ης Αυγούστου, ο Καραμανλής έδωσε εντολή να διενεργηθούν αεροπορικά πλήγματα από το Ηράκλειο και να επιτεθούν τα ελληνικά υποβρύχια στα τουρκικά πολεμικά πλοία. Οι στρατιωτικοί ηγέτες αντέτειναν ότι τέτοιες επιχειρήσεις θα είχαν πιθανότατα ως συνέπεια την απώλεια των ελληνικών οπλικών συστημάτων χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να επηρεασθεί η πορεία των επιχειρήσεων. Σε μία ακόμη δραματική στιγμή, ο Αβέρωφ ζήτησε από τούς στρατιωτικούς να αποχωρήσουν και παρακάλεσε τον Καραμανλή να μη διαταχθεί κάτι που θα έδινε στους Τούρκους να καταστρέψουν ελληνικά όπλα και επομένως να αυξήσουν την υπεροπλία τους και στο Αιγαίο και στη Θράκη:
«Δυσφορών, ο πρόεδρος της Κυβερνήσεως συνεφώνησε και διετύπωσε αυστηράς επικρίσεις διότι όλα αυτά τα ανυπέρβλητα εμπόδια τα οποία ημείς οι πολιτικοί έχομε άλλοτε λάβει υπ' όψιν, δεν τα είχον προσφάτως λάβει υπ' όψιν στρατιωτικοί, οίτινες τα εγνώριζαν καλύτερα από ημάς)).
'Ήταν πραγματικά η στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι οι οποίοι είχαν συμβουλεύσει σύνεση από τη δεκαετία τον 1950 (και είχαν κατηγορηθεί για τούτο ως προδότες), τώρα έπρεπε να μαζέψουν τα συντρίμμια που είχαν δημιουργήσει οι κρημνοβάτες, οι ανεύθυνοι και οι τυχοδιώκτες.
Κατόπιν ο Καραμανλής ζήτησε να συγκροτηθεί μια μεραρχία και να σχηματιστεί νηοπομπή για τη μεταφορά της στην Κύπρο. Η Βρετανία, ως εγγυήτρια δύναμη, αρνήθηκε να προσφέρει προστασία σε αυτό το εγχείρημα. 0 Καραμανλής αποφάσισε να επιβιβαστούν στα πλοία ο ίδιος και ο Αβέρωφ, ώστε να διστάσουν οι Τούρκοι να τα πλήξουν. Αλλά μεραρχία έτοιμη δεν υπήρχε και χρειαζόταν μερικές ημέρες για να συγκροτηθεί. Η τουρκική εισβολή ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο ημέρες, έως τις 16 Αυγούστου. Στην ίδια την Κύπρο, η ηρωική αντίσταση της ΕΛΔΥΚ, μαζί με ελληνικές κυπριακές δυνάμεις, απέτρεψε την κατάληψη της Λευκωσίας.
Για την αδιαφορία της Δύσης έναντι της δεύτερης τουρκικής εισβολής, ο Καραμανλής αποφάσισε και ανακοίνωσε, ήδη στις 14 Αυγούστου, την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.


ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ 1974;
Υπάρχουν και δεν εντοπίζονται μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο. Το κύριο συμπέρασμα των γεγονότων από το 1963 έως το 1974 είναι ότε ο τυχοδιωκτισμός, η άγνοια των διεθνών δεδομένων και η προβολή μιας όμορφης εθνικής αδιαλλαξίας είναι, ίσως, αποδοτικά στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, αλλά στο διεθνές επίπεδο φέρνουν καταστροφή.

Το 1974 έγιναν εγκληματικά λάθη από τη χούντα του Ιωαννίδη, που έδωσαν στην Τουρκία το πρόσχημα να χάνει την εισβολή.

Παράλληλα, άφηναν την κυπριακή άμυνα αποδιοργανωμένη, ενώ η ελλαδική στο ανατολικό Αιγαίο ήταν ανύπαρκτη. Επιπλέον η χούντα οδήγησε σε μια αποτυχημένη επιστράτευση που αποδιοργάνωσε τον στρατό ξηράς και μηδένισε τες δυνατότητες ελληνικής στρατιωτικής αντίδρασης.

Και μετά έφταιγαν άλλοι... και ειδικά αυτοί πού είχαν προειδοποιήσει πως τούτος ο στρατηγικός επαρχιωτισμός, για μικρές χώρες στην πιο ταραγμένη περιοχή του κόσμου, θα μπορούσε να φέρει καταστροφή.

Η λύση για την Κύπρο από την αρχή βρισκόταν στην ένταξή της στον φυσικό της χώρο, δηλαδή στη Δύση. Η δυτική ταυτότητα της Κύπρου, μαζί με τη συνετή, συστηματική και ολοκληρωμένη παρακολούθηση των διεθνών δεδομένων είναι τα στοιχεία που μπορούσαν να την εξασφαλίσουν.
Η στρατιωτική αποτροπή διαδραματίζει, στο πλαίσιο αυτό, καθοριστικό ρόλο και πρέπει να υπάρχει και να είναι εμφανής. Αλλά είναι τούτο το σύνολο των δράσεων, μιας δυτικής χώρας, που Θα μπορούσε να την έχει προστατεύσει τότε και που την προστατεύει και τώρα.


Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων. 

Google Translate

Σαν Σήμερα ...

Back to Top

Copyright © 2026 CoE Acropolis. All Rights Reserved.
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.