Το Μαχητικό Αεροσκάφος Σταθμός σε κάθε Αεροπορία που εντάχθηκε! Το αεροσκάφος που ανέτρεψε στο Βιετνάμ την αρχική ισχνή αναλογία καταρρίψεων του 2:1 υπέρ της Αμερικανικής πλευράς σε… 10:1!

Ένα αποτέλεσμα που οφείλεται αποκλειστικά στις μοναδικές δυνατότητες και επαναστατικές για την εποχή επιδόσεις του Φαντομά!!!

Η μεγάλη υπερηχητική ταχύτητα, η ευελιξία, η δυνατότητα μεταφοράς μεγάλης μάζας πυρός και έξυπνων όπλων σε συνδυασμό με τα ηλεκτρονικά συστήματα ναυτιλίας, το radar για έρευνα στον αέρα, το έδαφος και τη θάλασσα καθώς και η ικανότητα ακριβούς σκόπευσης και κατεύθυνσης των όπλων με τη χρήση Η/Υ, διαμόρφωσαν μια νέα Επαναστατική Σχολή επιχειρησιακής σκέψης που είχε ως αποτέλεσμα την αναβάθμιση της εναέριας μάχης σε επίπεδο πρωτόγνωρο και ξεχωριστό που προβληματίζει τον κάθε αντίπαλο.

Δεν υπάρχει πια ως αυτοτελής ανεξάρτητη παιδευτική βαθμίδα∙ υπάρχει ως τυπικός προθάλαμος στα ΑΕΙ χωρίς να εξασφαλίζει και την είσοδο σε αυτά.

Και η ειρωνεία είναι ότι τελικά ούτε την αποστολή του ως τριετής απαιτητική εκπαίδευση στην περίοδο μείζονος ωριμότητας των μαθητών (16-18 ετών) επιτελεί, αλλά ούτε βαρύνει καθόλου για την είσοδο στα ΑΕΙ.

Για να ξαναγίνει Λύκειο το Λύκειο και να εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε ως καίρια επιλεγόμενη απαιτητική βαθμίδα τής Εκπαίδευσης (μετά την υποχρεωτική για όλους Εκπαίδευση που τελειώνει στη Γ’ Γυμνασίου) πρέπει να αποτολμηθεί Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ που δεν έχει γίνει ακόμη: το μεν Λύκειο να αποκτήσει ξανά την παιδευτική αυτονομία, το κύρος και τη βαρύτητά του, η δε εισαγωγή στα ΑΕΙ να στηρίζεται κυρίως στην επίδοση των μαθητών στο Λύκειο έτσι ώστε η όλη η διαδικασία εισαγωγής στα ΑΕΙ να αρχίζει και να τελειώνει μέσα στο Λύκειο.

Πότε, αλήθεια, θα συνειδητοποιήσουμε ότι το Λύκειο τό γέ νυν ἔχον έχει πλήρως απαξιωθεί; Δεν υπάρχει πια το Λύκειο ως αυτοτελής ανεξάρτητη παιδευτική βαθμίδα∙ υπάρχει ως τυπικός υποχρεωτικός προθάλαμος στα ΑΕΙ χωρίς να εξασφαλίζει και την είσοδο σε αυτά. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι το Λύκειο ούτε την παιδευτική αποστολή του ως τριετής απαιτητική εκπαίδευση στην περίοδο μείζονος ωριμότητας των μαθητών (16-18 ετών) επιτελεί, αλλά ούτε βαρύνει καθόλου ­―ουσιαστικά και τυπικά― για την είσοδο στα ΑΕΙ! Υπό τη σημερινή μορφή και λειτουργία του το Λύκειο αποτυγχάνει κατ’ ουσίαν και στα δύο. Επειδή είναι απαξιωμένο, δεν φέρει κατά τρόπο αποδεκτό εις πέρας ακόμη και την προετοιμασία για την είσοδο στα ΑΕΙ, αφού στον ρόλο αυτό έχει στην πράξη υποκατασταθεί από τη «φοίτηση» στα Φροντιστήρια. Αυτό σημαίνει ότι δεν επιτυγχάνει τελικά ούτε και να λειτουργεί ως «άτυπο Φροντιστήριο», αφού στη συνείδηση μαθητών και γονέων (μήπως και των εκπαιδευτικών;) ισχύν και εμπιστοσύνη διαθέτουν τα οργανωμένα Φροντιστήρια ή (για όσους μπορούν) τα ιδιαίτερα μαθήματα ή ο συνδυασμός και των δύο. Oχι το Σχολείο…

Aρα, η πραγματική παιδευτική λειτουργία στο Λύκειο, λόγω τού πνεύματος και τού άγχους που επικρατεί ήδη από την Α’ Λυκείου, είναι ανεπίτρεπτα περιορισμένη. Η απαξίωση της διδασκαλίας στη σχολική τάξη βαίνει κλιμακούμενη για να κορυφωθεί στη Γ’ Λυκείου (στην οποία συχνά το έτος τελειώνει στην πράξη… τον Νοέμβριο!). Η απαξίωση επεκτείνεται αναπόφευκτα και στο κύρος των διδασκόντων καθηγητών, πλήρως μεν των καθηγητών μη εξεταζομένων μαθημάτων, σε κυμαινόμενο δε βαθμό και των καθηγητών διδασκομένων μαθημάτων (εδώ και από αλαζονικές αξιολογήσεις μερικών φροντιστών). Η μεσολάβηση τής Τράπεζας Θεμάτων διασώζει σε κάποιον βαθμό «την τιμή των όπλων» (καλύπτει λ.χ. αναγκαστικά τη διδακτέα ύλη και βάζει το σχολείο να λειτουργήσει στοιχειωδώς ως σχολείο)∙ αλλά μέχρις εκεί. Το σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ καθορίζει τα πάντα: ό,τι δεν συνδέεται άμεσα και δεν βαρύνει για τις εισαγωγικές εξετάσεις αυτοαπαξιώνεται ασχέτως τής προσπάθειας και τής ικανότητας των διδασκόντων καθηγητών.

Ποια μεταρρύθμιση, λοιπόν, με έλλογη αλλαγή τού συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ μπορεί να λειτουργήσει σταδιακώς διορθωτικά, ώστε να «αναστηθεί», όπως συνηθίζω να λέω, το Λύκειο; Oποια λύση προταθεί θα πρέπει: 1) να κινηθεί προς την αποκατάσταση τής θεσμοθετημένης λειτουργίας τού Λυκείου και στην επανάκτηση τής παιδευτικής αξίας του∙ 2) να οδηγήσει στο αυτονόητο που ισχύει ευρύτερα στις προηγμένες χώρες, να αναχθεί η τριετής επίδοση τού μαθητή στο Λύκειο σε βαρύνον κριτήριο για την εισαγωγή του στα ΑΕΙ.

Ο συνυπολογισμός τής επίδοσης τού μαθητή στην Α’, Β’ και Γ’ Λυκείου, (συμπεριλαμβανομένης τής εξέτασης και σε θέματα από την Τράπεζα Θεμάτων, όπως ισχύει σήμερα) χωρίς να φέρει αναταραχή στη σχολική πράξη θα αποτελούσε κίνητρο για αποκατάσταση τού κύρους όλων των μαθημάτων που διδάσκονται στις τρεις αυτές τάξεις και των καθηγητών που τα διδάσκουν. Θα ενεργοποιούσε δηλαδή τη φυσική λειτουργία τού Λυκείου ως Σχολείου και θα κατέληγε στην απόκτηση ενός απολυτηρίου τού Λυκείου για ευρύτερη χρήση αλλά και ως είδους «ακαδημαϊκού απολυτηρίου», αφού η επίδοση θα βάρυνε για την εισαγωγή στα ΑΕΙ. Συγκεκριμένα, ο μέσος όρος τής επίδοσης στις τρεις λυκειακές τάξεις θα αποτελούσε έναν αυτοτελή βαθμό εισαγωγής στα ΑΕΙ (οιονεί τον «πέμπτο» βαθμό που θα συνδιαμορφώνει με τους άλλους τέσσερεις βαθμούς των τεσσάρων εξεταζομένων μαθημάτων την βαθμολογία εισαγωγής στα ΑΕΙ).

Εφόσον ο μαθητής θέλει να φοιτήσει σε Πανεπιστήμιο μετά τη λήψη τού απολυτηρίου θα υποστεί στο πλαίσιο πάντα τού Λυκείου μία γραπτή εξέταση τεσσάρων μαθημάτων ανά επιστημονική κατεύθυνση. Η εξέταση αυτή θα είναι με κοινά πανελλήνια θέματα αποκλειστικά από την Τράπεζα Θεμάτων, ώστε να επιτευχθεί το αδιάβλητο (που είναι άλλωστε και το μόνο πλεονέκτημα τού ισχύοντος συστήματος) με τα γραπτά αυτά να διορθώνονται σε κέντρα αξιολόγησης από ειδικά εκπαιδευμένους αξιολογητές ώστε να μειωθούν δραστικά οι βαθμολογικές αποκλίσεις. Από την εξέταση αυτή θα βγαίνει ένας μέσος όρος που σήμερα είναι ο μόνος που καθορίζει την εισαγωγή στα ΑΕΙ με τις επιπτώσεις που περιγράψαμε οι οποίες έχουν αχρηστεύσει τη σημασία τού Λυκείου. Αν αντιθέτως στους 4 αυτούς βαθμούς προστεθεί και ένας «πέμπτος», αυτός τού μέσου όρου τής επίδοσης στις 3 τάξεις τού Λυκείου, τότε είναι προφανές ότι προκύπτει μια πιο δίκαιη, αξιόπιστη και πληρέστερη εικόνα κάθε υποψηφίου.

Σε σχέση με αυτόν τον πέμπτο βαθμό, προκειμένου να ενισχυθεί η αντικειμενικότητα στην βαθμολογία από τα Λύκεια, μπορεί ως ασφαλιστική δικλίδα ο βαθμός (ως μέσος όρος) από τα 4 ειδικά πανελληνίως εξεταζόμενα μαθήματα να ρυθμίζει εξισορροπητικά τον πέμπτο βαθμό επίδοσης στις τάξεις τού Λυκείου: αν ο βαθμός μέσου όρου των πανελληνίων μαθημάτων διαφέρει κατά 2 τουλάχιστον μονάδες τού βαθμού μέσου όρου τής σχολικής επίδοσης, τότε ο πέμπτος βαθμός θα μειώνεται ή θα αυξάνεται αναλόγως. Παράδειγμα: αν ο βαθμός των 4 μαθημάτων είναι 16 και ο βαθμός τής σχολικής επίδοσης 18, θα μειώνεται ο βαθμός τής σχολικής επίδοσης σε 17, ενώ αν ο βαθμός τής σχολικής επίδοσης είναι 14, θα αυξάνεται σε 15.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ. Ενα σύστημα όπως αυτό που σκιαγραφείται εδώ, το οποίο χρήζει περαιτέρω επεξεργασίας, προσφέρει τα εξής:
1. Δίνει μια αξιόπιστη συνολική εικόνα των πραγματικών ικανοτήτων τού υποψήφιου φοιτητή που εξάγεται από μια πορεία 3 ολόκληρων ετών ― και όχι… 3 ωρών εξέτασης, όπως είναι σήμερα, που καθιστά το ισχύον σύστημα αναξιόπιστο (επιβραβεύει την παπαγαλία και στηρίζεται σε ελλιπή εικόνα) και απάνθρωπο (κρίνεται η προσπάθεια ενός μαθητή μέσα σε ένα τρίωρο).
2. Αποκτά και πάλι βαρύτητα το παιδευτικό έργο που επιτελείται στο σχολείο από όλους τους καθηγητές σε όλα τα μαθήματα, δηλ. επανέρχεται η κανονική παιδευτική λειτουργία τού Λυκείου ―σήμερα έχει ευτελισθεί και πλήρως απαξιωθεί αφού η επίδοση στο Λύκειο δεν μετράει πουθενά!
3. Οι μαθητές έχουν προφανές κίνητρο να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να βελτιώσουν την επίδοσή τους στα μαθήματα τού σχολείου ―σήμερα κυριαρχεί στην συνείδηση μαθητών και γονέων όχι η αξία τού Σχολείου αλλά η αξία… τού Φροντιστηρίου, γεγονός που μετατρέπει την εισαγωγή στα ΑΕΙ σε ένα πανάκριβο για τους γονείς σύστημα και άδικο για μαθητές που δεν έχουν ανάλογες οικονομικές δυνατότητες!
4. Ο «πέμπτος» βαθμός ως μέσος όρος τής επίδοσης στα 3 έτη τού σχολείου αφενός δίνει μια πιο αξιόπιστη εικόνα τού μαθητή, αφετέρου δε αποτελεί ασφαλιστική δικλίδα που εξισορροπεί (προς τα πάνω ή προς τα κάτω) την πραγματική επίδοση και αίρει έτσι στην πράξη ενδεχόμενες χαριστικές ή άλλες παρεμβάσεις στην σχολική αξιολόγηση.
5.Το αδιάβλητο τού ισχύοντος συστήματος εξασφαλίζεται εξίσου στο προτεινόμενο σύστημα αφ’ενός μεν με την πανελλήνια μέσω κοινών εξεταζόμενων θεμάτων από την Τράπεζα Θεμάτων και αντικειμενικά βαθμολογούμενων σε εξεταστικά κέντρα με ειδικευμένους-επιμορφωμένους αξιολογητές, αφετέρου δε με την τελική διαμόρφωση τού πέμπτου βαθμού ανάλογα με τον μέσο όρο των 4 πανελληνίως εξεταζομένων μαθημάτων. Ας σημειωθεί ότι η εξέταση με κοινά θέματα από την ηλεγμένη και διαβαθμισμένη Τράπεζα Θεμάτων, η οποία συνδέεται άμεσα με το Λύκειο, αίρει το πρόβλημα των θεμάτων που δίδονται από την εκάστοτε Εξεταστική Επιτροπή τού Υπουργείου Παιδείας τα οποία προκαλούν τόσες συζητήσεις για την δυσκολία ή την ευκολία τους. Επιτέλους, η όλη διαδικασία εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο αρχίζει και τελειώνει μέσα στο Λύκειο (άλλο ότι τα Πανεπιστήμια ορθώς προσδιορίζουν τη βαρύτητα ορισμένων εξεταζομένων μαθημάτων που κρίνουν ως αναγκαία προϋπόθεση)

Οι σκέψεις, εκτιμήσεις και επισημάνσεις αυτές δεν σημαίνουν βεβαίως ότι η πλειονότητα των υποψηφίων που εισάγονται στα ΑΕΙ με το ισχύον σύστημα δεν είναι άξιοι ή ικανοί. Ἄπαγε ἀπ’ ἐμοῦ ἡ βλασφημία! Το ζήτημα είναι με ποιον τρόπο όλοι οι νέοι που μπαίνουν σε αυτήν την απάνθρωπη και πανάκριβη και άδικη και ενίοτε αναξιόπιστη σημερινή δοκιμασία, κι από κοντά οι γονείς τους αλλά και η ελληνική κοινωνία ακόμη (σε ποια χώρα το θέμα τής έκθεσης ή η σωστή ή μη λύση ενός μαθηματικού προβλήματος απασχολεί τα ΜΜΕ;), πώς όλοι αυτοί μπορούν να απαλλαγούν από αυτό το μείζον ―οιονεί εθνικό― πρόβλημα και να περάσουν σε ένα καλύτερο σύστημα, πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο, πιο αξιόπιστο και εξίσου αδιάβλητο που θα συμβάλει συγχρόνως στην «ανάσταση τού Λυκείου» ως καίριας μορφωτικής βαθμίδας.

 * Ο Γ. Μπαμπινιώτης είναι ομότιμος Καθηγητής Γλωσσολογίας και πρώην Πρύτανης τού ΕΚΠΑ Πηγή: Protagon.gr

Συνεχίζοντας από το Μέρος Α’ όπου έγινε μία εκτίμηση για τους αριθμούς μαχητικών της ΠΑ, μπορούμε να επιχειρήσουμε μία ανάλογη προσέγγιση για τα μαχητικά της τουρκικής Αεροπορίας.

Εξετάζοντας το θέμα από τα νεότερα προς τα παλαιότερα μαχητικά, ξεκινάμε με τα 40 καινούργια F-16 Block 70 Viper, τα οποία αναμένονται από τα μέσα του 2027, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα. Φαίνεται ότι η Τουρκία έχει αποδεχτεί την σχετική επιστολή LOA, ενώ δεν γίνεται πουθενά λόγος για όρους και περιορισμούς στη χρήση των νέων Α/Φ, όπως κάποιοι μας καθησύχαζαν επιμελώς εδώ, κάνοντας λόγο για “επιστολή του ΥΠΕΞ των ΗΠΑ στο Κογκρέσο”.

Πηγή:  https://www.defence-point.gr/news/atzenta-2030 

Η συνέχεια  εδώ 

Τα δημογραφικά δεδομένα στην Ελλάδα, όπως και στην Ευρώπη, υφίστανται βαθιά μεταβολή, η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από τη γήρανση των πληθυσμών. Οι οικονομικές επιπτώσεις και οι κοινωνικές προεκτάσεις επιβάλλουν έναν μελλοντοστραφή και στοχευμένο διάλογο για την αντιμετώπιση των προκλήσεων.

Η ένατη ετήσια συνάντηση του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Απρίλη στον αποκαλούμενο «ομφαλό της Γης», εγκαινίασε ένα νέο είδος μελλοντοστραφών και στοχευμένων συζητήσεων. Πρόκειται για τις λεγόμενες «μεγάλες συζητήσεις», στο πλαίσιο των οποίων διαπρεπείς ομιλητές επιχείρησαν να χαρτογραφήσουν τις μεγάλες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η χώρα τα επόμενα χρόνια και να καταθέσουν ουσιαστικές προτάσεις για την αντιμετώπισή τους. Τα βασικότερα αποτελέσματα των συζητήσεων αυτών καταγράφηκαν και συνοψίσθηκαν, λαμβάνοντας τη μορφή σημειωμάτων πολιτικής (policy briefs). H Οικονομική Επιθεώρηση παρουσιάζει το πρώτο εξ αυτών, το οποίο καταπιάνεται με την μεγάλη πρόκληση του δημογραφικού.

Βαθιές μεταβολές στα δημογραφικά δεδομένα

Τα δημογραφικά δεδομένα τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη, υφίστανται βαθιά μεταβολή, η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από τη γήρανση των πληθυσμών. Αυτή η δημογραφική μεταβολή οφείλεται σε παράγοντες όπως η μείωση των ποσοστών γεννήσεων και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, και παρουσιάζει πολύπλευρες προκλήσεις σε όλους τους οικονομικούς και κοινωνικούς τομείς.

Τα μειωμένα ποσοστά γεννήσεων που παρατηρούνται στις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες οφείλονται σε πολύπλοκους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες που έχουν καθορίσει τις προσωπικές επιλογές σχετικά με τη δημιουργία οικογένειας κατά τον τελευταίο μισό αιώνα. Ως εκ τούτου, η τάση αυτή έχει οδηγήσει σε μείωση του ποσοστού των γυναικών που γίνονται μητέρες. Αντίθετα, η πρόοδος της ιατρικής επιστήμης και η βελτίωση του καθημερινού βιοτικού επιπέδου συνέβαλαν στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Οι δύο αυτές εξελίξεις αναδεικνύουν τη διττή φύση της δημογραφικής γήρανσης, η οποία διαμορφώνεται τόσο από την κοινωνική όσο και από την τεχνολογική πρόοδο.

Από οικονομική σκοπιά, η γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις, που εκδηλώνονται κυρίως με τη συρρίκνωση του ποσοστού του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, σε αντιδιαστολή με την αυξανόμενη εξάρτηση του μη ενεργού πληθυσμού από αυτόν. Αυτή η δημογραφική μετατόπιση αναμένεται να επηρεάσει τα δημοσιονομικά έσοδα, με την αναμενόμενη μείωση των φορολογικών εσόδων και των εισφορών λόγω της μείωσης των νεότερων ηλικιακών ομάδων. Ταυτόχρονα, προβλέπεται αύξηση των κοινωνικών δαπανών, ιδίως για την υγειονομική περίθαλψη, τη μακροχρόνια φροντίδα και τις συνταξιοδοτικές παροχές, καθώς η ζήτηση για τις υπηρεσίες αυτές κλιμακώνεται με τη γήρανση του πληθυσμού.

Πέρα από τις οικονομικές επιπτώσεις, οι κοινωνικές προεκτάσεις της δημογραφικής γήρανσης είναι εξίσου βαθιές. Οι διαρθρωτικές αλλαγές στη δυναμική της οικογένειας και των νοικοκυριών, λόγω της μείωσης των ποσοστών γεννήσεων και γάμων, προμηνύουν ένα μέλλον όπου ένα σημαντικό μέρος του ηλικιωμένου πληθυσμού θα ζει απομονωμένο, και θα χρειάζεται ουσιαστική υποστήριξη και βοήθεια.

Προκλήσεις

Δημογραφικές αλλαγές, προβλέψεις, εργατικό δυναμικό

Σε όλες τις χώρες του κόσμου, το φαινόμενο της γήρανσης βρίσκεται σε εξέλιξη. Στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, η προβλεπόμενη γήρανση του πληθυσμού είναι ταχύτερη σε σχέση με τις ανεπτυγμένες χώρες, στις οποίες η γήρανση του πληθυσμού έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό και συνεχίζεται. Για τον λόγο αυτό, στον ανεπτυγμένο κόσμο το πρώτο θέμα της οικονομικής και κοινωνικής ατζέντας είναι η χρηματοδότηση των συστημάτων συντάξεων, υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας. Η ειδοποιός διαφορά με τις υπανάπτυκτες και τις αναπτυσσόμενες χώρες είναι ότι οι χώρες αυτές γηράσκουν πριν προλάβουν να γίνουν πλούσιες, ενώ οι ανεπτυγμένες χώρες έχουν προλάβει να γίνουν πλούσιες πριν γεράσουν. Επομένως, για τις αναπτυσσόμενες χώρες η γήρανση του πληθυσμού θα οδηγήσει σε αξεπέραστα προβλήματα χρηματοδότησης των κοινωνικών πολιτικών, εάν δεν ληφθούν εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα.

Η ταχεία δημογραφική γήρανση που εξελίσσεται αντιστρόφως ανάλογα προς το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας είναι εμφανής στο Διάγραμμα 1. Οι χώρες ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες, με βάση την ταξινόμηση του ΟΗΕ, που βασίζεται στο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης: ανεπτυγμένες χώρες, αναπτυσσόμενες χώρες και υπανάπτυκτες χώρες. Διαπιστώνεται εκεί ότι, για το σύνολο των χωρών του κόσμου, το έτος 2000 η δομή του πληθυσμού είχε τη μορφή πυραμίδας, ενώ το 2050 θα μοιάζει με τετράγωνη κυψέλη. Όμως, για τις φτωχότερες χώρες του κόσμου, ενώ το 2000 η δομή του πληθυσμού ήταν σαν μια εκτεταμένη πυραμίδα, το 2050 θα είναι σχεδόν όμοια με την κυψέλη των πιο ανεπτυγμένων χωρών του 2000, ενώ για τις αναπτυσσόμενες χώρες η δομή του πληθυσμού θα συγκλίνει προς αυτή των ανεπτυγμένων χωρών μέχρι το 2050.

Στην Ελλάδα, το δημογραφικό τοπίο έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές τις τελευταίες δεκαετίες. Από το 2011 έως το 2021 η χώρα είχε μείωση του πληθυσμού κατά 441 χιλιάδες (-4,0%). Αυτό αποδίδεται εν μέρει στην αύξηση των εξερχόμενων μεταναστευτικών ροών κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και στη μακρόχρονη μείωση του ρυθμού γεννήσεων από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, με το ποσοστό γεννήσεων να έχει πέσει κάτω από τα 1,5 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας.

Παρά τις προσπάθειες να αντιστραφούν αυτές οι τάσεις, οι ρυθμοί γεννήσεων παραμένουν χαμηλοί, προκαλώντας ερωτηματικά σχετικά με τη βιωσιμότητα ορισμένων περιοχών της χώρας. Τέσσερις (4) στις 20 περιφερειακές ενότητες της ΕΕ με ακραία χαμηλά ποσοστά γονιμότητας είναι ελληνικές: η Ροδόπη, η Αλεξανδρούπολη, η Ευρυτανία και η Φθιώτιδα.

Η μείωση του πληθυσμού δεν αποτελεί ένα συγκυριακό φαινόμενο, το οποίο θα μπορούσε εύκολα να ανατραπεί. Το ακριβώς αντίθετο: ο αριθμός των θανάτων θα συνεχίσει να αυξάνεται, αφού η επιμήκυνση της μέσης διάρκειας ζωής έχει διογκώσει τον αριθμό των ατόμων σε μεγάλες ηλικιακές ομάδες. Από την άλλη πλευρά του ισοζυγίου, οι γεννήσεις θα συνεχίσουν να μειώνονται –ακόμα και αν αυξηθεί ο μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα− διότι τα ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων τα τελευταία 40 χρόνια έχουν σχηματίσει μικρές γενιές νέων σε αναπαραγωγική ηλικία. Έτσι, οι σημερινοί εν δυνάμει γονείς είναι λίγοι και τα παιδιά τους δεν επαρκούν να αντισταθμίσουν τους αναμενόμενους θανάτους.

Αυτή η δημογραφική μείωση εκδηλώνεται ανομοιόμορφα και στις ηλικιακές ομάδες. Αυτό έχει ως συνέπεια την αξιοσημείωτη ελάττωση του εργατικού δυναμικού. Η διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων, σε συνδυασμό με τα σταθερά χαμηλά ποσοστά γεννήσεων από τη δεκαετία του 1980, συμβάλλουν στη διαιώνιση των μικρότερων μεγεθών εργατικού δυναμικού. Για πάνω από 40 χρόνια, η Ελλάδα παραμένει κάτω από την «παγίδα των γεννήσεων», με λιγότερα από 1,5 παιδιά ανά γυναίκα. Σήμερα, η διάμεση ηλικία του ελληνικού πληθυσμού είναι τα 45 έτη.

Στην απροθυμία των Ελλήνων να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά συμβάλουν οι οικονομικοί περιορισμοί και οι πολιτιστικοί παράγοντες, με το 70% να αναφέρει την οικονομική δυσπραγία ως τον πλέον αποτρεπτικό παράγοντα. Η αντιμετώπιση αυτής της τάσης απαιτεί προληπτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής κινήτρων για την ενθάρρυνση της δημιουργίας οικογενειών, καθώς και της ανατροφής και ολοκληρωμένης εκπαίδευσης των παιδιών και των νέων.

Μια από τις θεμελιώδεις προκλήσεις είναι η συμφιλίωση αυτών των κοινωνικών φιλοδοξιών και οικονομικών ανασχέσεων με την επιτακτική ανάγκη να ανακοπεί η μείωση του πληθυσμού, είτε από μη γεννήσεις, είτε από διαρροή σπουδαστών και επαγγελματιών για άλλους τόπους. Σύμφωνα με έρευνα της διαΝΕΟσις, 7 στους 10 Έλληνες ηλικίας 17-39 ετών θα μετανάστευαν στο εξωτερικό για να βρουν καλύτερη δουλειά. Για πολλούς νέους, η δημιουργία οικογένειας θεωρείται μια υπέρβαρη βιοτική ευθύνη, που συχνά συνδυάζεται και με τις φιλοδοξίες καριέρας. Έτσι, πολλοί νέοι Έλληνες μετοικούν (με ή χωρίς οικογένεια) σε άλλες χώρες προς εύρεση εργασίας, η οποία δεν τους προσφέρεται στη χώρα τους ή δεν ανταμείβεται ικανοποιητικά.

Οι προβλέψεις δείχνουν μια συνέχιση αυτών των δημογραφικών μεταβολών, με τον πληθυσμό της Ελλάδας να αναμένεται να μειώνεται περαιτέρω σε 8,1 εκατ. μέχρι το 2100 − μείωση 24% σε σύγκριση με το 2021. Αυτές οι προβλέψεις υπερβαίνουν εκείνες της Ευρωζώνης, τοποθετώντας την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες που αντιμετωπίζουν τις πιο σημαντικές μειώσεις του πληθυσμού στην περιοχή.

Σύστημα συντάξεων και υγειονομική περίθαλψη

Η γήρανση του πληθυσμού με τα παραπάνω στοιχεία αποτελεί μεγάλη πρόκληση για το σύστημα συντάξεων της Ελλάδας, με τον δημογραφικό δείκτη εξάρτησης του ηλικιωμένου πληθυσμού να προβλέπεται να επιδεινωθεί με την πάροδο του χρόνου. Σήμερα, για κάθε συνταξιούχο αντιστοιχούν 1,7 εργαζόμενοι. Αυτή η τάση απειλεί τη βιωσιμότητα και την αξιοπρέπεια των συντάξεων, καθώς οι δημόσιες δαπάνες σε συντάξεις συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ το καθαρό ποσοστό αναπλήρωσης για τις συντάξεις γήρατος προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω. Για να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις, οι επεμβάσεις πρέπει να επικεντρωθούν στην ενίσχυση του κεφαλαιοποιητικού άξονα του συστήματος συντάξεων.

Η γήρανση του πληθυσμού έχει σημαντικές επιπτώσεις και στη ζήτηση και τις υπηρεσίες υγείας, απαιτώντας μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των εξελίξεων. Ο τομέας της υγείας της Ελλάδας αντιμετωπίζει προκλήσεις σχετικά με τις υψηλές δαπάνες από την τσέπη του ασφαλισμένου, την ανεπάρκεια χρηματοδότησης για την πρόληψη και την πρωτογενή υγειονομική περίθαλψη, ενώ οι πόροι για το σύστημα υγείας συρρικνώνονται λόγω της μείωσης του ενεργού πληθυσμού. Οι πολιτικές πρέπει να εστιάσουν στη βελτίωση του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης και στην προαγωγή υψηλότερων προτύπων υγείας και διαβίωσης για όλους (πολιτικές υγιούς γήρανσης).

Προτάσεις

Οικογενειακές πολιτικές και ισότητα των φύλων

Για να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού, οι πολιτικές πρέπει να στοχεύουν στην αύξηση της εργασιακής προσφοράς και της παραγωγικότητας, ιδίως μεταξύ ομάδων που είναι υπο-εκπροσωπημένες, όπως οι γυναίκες και οι νεότεροι εργαζόμενοι. Οι πολιτικές για την οικογένεια και την ισότητα των φύλων έχουν σημαντική επίδραση στη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, η Ελλάδα υστερεί σημαντικά, σχετικά με τον μέσο όρο της ΕΕ, σε ό,τι αφορά τις δαπάνες σε οικογενειακές πολιτικές και τα μέτρα για την ισότητα των φύλων, που δημιουργούν εμπόδια στη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας. Η αντιμετώπιση αυτής της ανισότητας απαιτεί την εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών επεμβάσεων για την υποστήριξη των εργαζόμενων οικογενειών και την προώθηση της ισότητας των φύλων στον χώρο εργασίας.

Εκπαίδευση και παραγωγικότητα

Η μετατόπιση των προτεραιοτήτων υπογραμμίζει την ανάγκη για ανοιχτές για όλους τους πολίτες και ολοκληρωμένες δομές υποστήριξης, που θα δίνουν τη δυνατότητα σε όλα τα άτομα, σχολικής και μετασχολικής ηλικίας, να επιδιώκουν τόσο την προσωπική όσο και την επαγγελματική τους ολοκλήρωση σε όλα τα επαγγέλματα που θεωρούνται αναγκαία για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας.

Όμως, και παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί κόμβο εκπαίδευσης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η οικονομία μας εξακολουθεί να υστερεί στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και προϊόντων τεχνολογίας αιχμής. Ενώ ορισμένοι τομείς, όπως η μεταποίηση, επιδεικνύουν ανταγωνιστικότητα και υψηλότερη παραγωγικότητα, άλλοι υπολείπονται. Αυτό το χάσμα παραγωγικότητας, σε συνδυασμό με το ποσοστό απασχόλησης με χαμηλότερη ειδίκευση σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, υπογραμμίζει την ανάγκη για στρατηγικές επενδύσεις και βιομηχανικές πολιτικές, που θα στοχεύουν στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και της καινοτομίας.

Αναγνωρίζοντας τον πρωταρχικό ρόλο της εκπαίδευσης στην ενίσχυση του πνευματικού κεφαλαίου και στην ώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, η Ελλάδα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στις επενδύσεις στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην προσέλκυση ερευνητών και ακαδημαϊκών υψηλής εξειδίκευσης από την Ελληνική Ομογένεια, με στόχο να καταστεί κόμβος εκπαίδευσης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η κατανομή πόρων, όπως αυτοί από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, θα πρέπει να επικεντρωθεί προς αυτόν τον σκοπό.

Πολιτικές υγιούς και ενεργού γήρανσης

Ένα τρίπτυχο πολιτικής για το εργατικό δυναμικό στις γηράσκουσες κοινωνίες και οικονομίες:

  • Η «υγιής» γήρανση αφορά σε πολιτικές «πρόληψης», που βελτιώνουν και επιμηκύνουν τη διάρκεια ζωής για όλους, και όχι μόνο για τους ηλικιωμένους.
  • Η «ενεργός» γήρανση αποτελεί συνέχεια και αποτέλεσμα της προηγούμενης διαδικασίας: άτομα σε καλή υγεία παρατείνουν τον χρόνο εργασίας πολύ πέραν του τυπικού ορίου συνταξιοδότησης.
  • Η «έξυπνη» γήρανση αναφέρεται σε πολιτικές και πρακτικές που μειώνουν τα ψηφιακά και λοιπά χάσματα που νομοτελειακά προκύπτουν μεταξύ των γενεών.

Η υγιής γήρανση στοχεύει στην προώθηση και διατήρηση της καλής υγείας του πληθυσμού, ούτως ώστε να μην επιβαρύνεται το σύστημα υγείας, και, επιπλέον, οι πολίτες να παραμένουν στο εργατικό δυναμικό για μεγαλύτερο διάστημα.

Οι πολιτικές ενεργού γήρανσης αποβλέπουν στην παράταση του εργασιακού βίου. Η συγκέντρωση του εργατικού δυναμικού στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη όχι μόνο επαναξιολόγησης των παραδοσιακών μοντέλων συνταξιοδότησης, αλλά και συμμετοχής στην εργασία. Εδώ, κρίνεται απαραίτητη η πρόβλεψη δημιουργίας των απαραίτητων πλαισίων προς διευκόλυνση της συμμετοχής στην εργασία για περισσότερα χρόνια. Η εξελισσόμενη δημογραφική ανισορροπία επιτάσσει την ανάγκη ολοκληρωμένων πολιτικών για την αντιμετώπιση τόσο των βραχυπρόθεσμων προκλήσεων της αγοράς εργασίας, όσο και των μακροπρόθεσμων αναγκών περίθαλψης, με τον αναπροσδιορισμό των ενεργών ηλικιών να αποτελεί μέρος της λύσης.

Οι επιδόσεις της χώρας ως προς την απασχόληση συγκεκριμένων υπο-ομάδων του πληθυσμού είναι εξαιρετικά χαμηλές σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Παραδοσιακά, η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των χωρών με τη χαμηλότερη απασχόληση μεταξύ των γυναικών, των νέων κάτω των 25 ετών, και των ατόμων άνω των 55 ετών. Στους παραπάνω τομείς, η υστέρηση της χώρας μας έναντι των περισσότερων χωρών της ΕΕ μετατρέπεται σε συγκριτικό πλεονέκτημα, παρέχοντας ένα ανέλπιστο εργαλείο διαχείρισης. Η αύξηση των ποσοστών απασχόλησης μεταξύ συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων θα αντισταθμίσει σε κάποιο βαθμό τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού. Κάτι τέτοιο όμως, πέρα των δομικών αλλαγών, απαιτεί και αλλαγή νοοτροπίας.

Πολιτική μετανάστευσης

Το ζήτημα των χαμηλών ποσοστών γεννήσεων και των υψηλών μεταναστευτικών εκροών επιδεινώνει τη δημογραφική μας ανισορροπία. Μέρος του σχεδίου αντιμετώπισης μπορεί να αποτελέσει η ενσωμάτωση των μεταναστών στην Ελλάδα, γεγονός που αποτελεί πρόκληση, αλλά και ευκαιρία για τη χώρα.

Η Ευρώπη θα κληθεί σύντομα να υποδεχτεί εκατομμύρια μετανάστες και πρόσφυγες από την Αφρική. Οι λόγοι είναι πολυπαραγοντικοί και εντοπίζονται πρωτίστως στην κλιματική αλλαγή και τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Παρόλο που η πλειονότητα της μετανάστευσης την Αφρική είναι εσωτερική, με 20 εκατ. ανθρώπους να εκτοπίζονται λόγω κλιματικής κρίσης, οι εξερχόμενες ροές ολοένα θα αυξάνονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Αφρική θα έχει το 2050 τον νεότερο πληθυσμό στον κόσμο, θα αντιπροσωπεύει το 25% του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά μόλις το 6% της παγκόσμιας οικονομίας.

Η μετανάστευση προς την Ευρώπη θα είναι αναπόφευκτη, και σηματοδοτεί την ανάγκη η ΕΕ να ανακατευθύνει την αναπτυξιακή χρηματοδότηση και τις επενδύσεις προς την αφρικανική ήπειρο, με την ανάπτυξη πακέτων όπως το «EU-Africa: Global Gateway Investment Package» ή το «Blue Dot Network», τα οποία είναι προγράμματα ενίσχυσης των επενδύσεων σε υποδομές στην Αφρική. Συνολικά, η στρατηγική ενδυνάμωση της αφρικανικής ηπείρου πρέπει να περνά από οκτώ άξονες:

  1. επένδυση στις υποδομές και τα ενεργειακά δίκτυα,
  2. υποστήριξη ΜΜΕ,
  3. εκπαίδευση και κατάρτιση,
  4. αγροτική ανάπτυξη και ασφάλεια τροφίμων,
  5. πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ανάπτυξη χρηματοπιστωτικών θεσμών,
  6. ενδυνάμωση των γυναικών και έμφυλη ισότητα,
  7. κλιματική προσαρμογή, και
  8. ανθεκτικοί θεσμοί και κράτος δικαίου.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι δεδομένο ότι χρειάζεται μια συνεκτική πολιτική μετανάστευσης, για να διασφαλιστεί η επιτυχής ένταξη των μεταναστών στην οικονομική και κοινωνική ζωή κάθε χώρας, πόσω μάλλον της Ελλάδας, που βρίσκεται σε γεωγραφικό σταυροδρόμι. Με το ζήτημα της δημογραφικής κρίσης να παραμονεύει, η Ελλάδα μπορεί να θέσει στόχους ενσωμάτωσης μεταναστών, καθώς και να ενισχύσει άμεσα την ελκυστικότητά της στους υψηλής εξειδίκευσης αλλοδαπούς.

Η Ελλάδα, για να διατηρήσει τον πληθυσμό της το 2050 γύρω στα 10 εκατομμύρια, πρέπει να ενσωματώνει κατά μέσο όρο 30.000 μετανάστες ανά έτος. Αυτό μπορεί να συμβεί με νόμιμες οδούς και συμφωνίες για νόμιμη μετανάστευση. Επιπλέον, οι περιφερειακές ανισότητες στα ποσοστά γονιμότητας υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας.

Η ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία θα μπορούσε ενδεχομένως να αντισταθμίσει τη μείωση του πληθυσμού, αλλά απαιτούνται συντονισμένες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που σχετίζονται με την εκπαίδευση, την κατάρτιση και τις υποδομές.

Επίλογος: «Αλλαγή υποδείγματος»

Το δημογραφικό έχει σήμερα καταστεί ένα από τα μεγάλα παγκόσμια ζητήματα, που απαιτούν επείγουσες ενέργειες, ενημέρωση των πολιτών και, κυρίως, στρατηγικό σχεδιασμό. Η κατανόηση της περίπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ της δημογραφικής εξέλιξης, της κλιματικής αλλαγής και της παγκοσμιοποίησης είναι επιτακτική ανάγκη για τις κοινωνίες, ιδίως εκείνες του δυτικού κόσμου, με στόχο να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το εξελισσόμενο τοπίο που διαμορφώνουν αυτά τα τρία μείζονα και αλληλοεπιδρώντα ζητήματα του πλανήτη.

Συγκεκριμένα η Ελλάδα αντιμετωπίζει ραγδαία γήρανση του πληθυσμού, με παράλληλους ανησυχητικούς οικονομικούς δείκτες. Αυτό καθιστά αναγκαία τη λήψη στρατηγικών μέτρων για τη διατήρηση της οικονομικής ζωτικότητας αλλά, βέβαια, και της κοινωνικής συνοχής.

Η γήρανση του πληθυσμού, ο παροπλισμός λόγω ορίου ηλικίας μέρους του πληθυσμού, και το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο υπογραμμίζουν την επιτακτική ανάγκη αναζωογόνησης της οικονομίας και προώθησης ενός περιβάλλοντος που ευνοεί την ευημερία όλων των πολιτών. Η Ελλάδα θα μπορέσει να αναπτυχθεί μέσω της δημογραφικής της μεταβολής προς ένα πιο βιώσιμο και ευήμερο μέλλον μόνο εάν αντιμετωπίσει αυτές τις πολύπλευρες προκλήσεις με μια πολύπλευρη προσέγγιση με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας, τη δραστική ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου και τις στρατηγικές μεταρρυθμίσεις.

Επιπλέον, ένας ολοκληρωμένος στρατηγικός σχεδιασμός πρέπει να δίνει προτεραιότητα στην ποιοτική δημόσια εκπαίδευση και στην οικονομική ανάπτυξη, που θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας, ώστε να αποφεύγεται η φυγή από τη χώρα εξειδικευμένων επαγγελματιών, καθώς και σε πολιτικές μακροχρόνιου ορίζοντα για την προσέλκυση και τη διατήρηση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, στελεχών και ταλέντων από την αλλοδαπή.

Για την Ελλάδα, ο στόχος είναι η δημιουργία ενός βιώσιμου μέλλοντος για τις νέες γενιές, μέσω της υλοποίησης ενός πολυεπίπεδου και πολυπαραγοντικού προγράμματος αλλαγών, που θα συγκροτούν μία «αλλαγή υποδείγματος» στην οργάνωση και λειτουργία της οικονομίας και της κοινωνίας της χώρας.

Ο χρονικός ορίζοντας των παρεμβάσεων είναι μέχρι το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας. Εάν δεν ξεκινήσουμε την «αλλαγή υποδείγματος» σύντομα, δεν θα αργήσουμε να ανακαλύψουμε ότι ξεκινήσαμε υπερβολικά αργά.

 *Ο Μιλτιάδης Νεκτάριος είναι Καθηγητής της ασφαλιστικής επιστήμης στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Έχει εργαστεί ως Διευθύνων Σύμβουλος στη Χρηματιστηριακή Β. Ελλάδος (1991-93), Διευθύνων Σύμβουλος της Εθνικής Ασφαλιστικής (1993-99), και Διοικητής του ΙΚΑ(1999-2004).

Κυριακή των Βαΐων, απόγευμα, Απρίλιος 2011. Στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, τελείται ο Ορθρος. Παρών ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Στο τέλος της Ακολουθίας ο παλαιός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Βασίλειος Σταυρίδης απευθύνεται προς τον Πατριάρχη και ρωτά με ραγισμένη φωνή, σε κλίμα γενικής συγκινήσεως: «Παναγιώτατε, υπάρχει ελπίδα να ανοίξουμε;».

Η ίδια αναπάντητη ερώτηση έχει τεθεί πολλές φορές στα 53 χρόνια που είναι κλειστή η Σχολή. Ιδρύθηκε το 1844 στην Πατριαρχική Σταυροπηγιακή Μονή της Αγίας Τριάδος στη νήσο Χάλκη των Πριγκηποννήσων. Σύμφωνα με τον κανονισμό του 1903, «σκοπόν προτίθεται την προσήκουσαν του καθ’ ημάς ιερού κλήρου επιστημονικήν, θρησκευτικήν και ηθικήν μόρφωσιν». Υπήρξε κορυφαίο θεολογικό ίδρυμα στον ορθόδοξο κόσμο. Χαρακτηριζόταν από: υψηλότατο επίπεδο των διδασκόντων με τεράστια θεολογική εμπειρία· πλούσια βιβλιοθήκη με σπάνια έργα· συνδυασμό εκπαιδεύσεως μέσα από θεωρία και πράξη. Οι σπουδαστές μελετούσαν την ορθοδοξία και παράλληλα την βίωναν λαμβάνοντας ενεργό μέρος στις λειτουργίες ως οιονεί μοναχοί της Σχολής. Κατά τη διάρκεια των 127 χρόνων της λειτουργίας της (1844-1971) αποφοίτησαν από τη Σχολή μόλις 930 άτομα. Από αυτούς 343 απόφοιτοι έγιναν μητροπολίτες, 12 Οικουμενικοί Πατριάρχες (περιλαμβανομένου και του νυν Οικουμενικού Πατριάρχη), 2 Πατριάρχες Αλεξανδρείας και 4 Αρχιεπίσκοποι Αθηνών.

Το 1971 η Τουρκία, με πρόσχημα ότι η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να είναι μόνον κρατική, απαίτησε όπως η Θεολογική Σχολή της Χάλκης συνεχίσει να λειτουργεί υπαγόμενη σε κάποιο τουρκικό κρατικό πανεπιστήμιο. Αυτό θα εσήμαινε την απώλεια και της Σχολής και της μεγάλης περιουσίας της. Το Πατριαρχείο ορθώς αποφάσισε να διακόψει τη λειτουργία της ελπίζοντας ότι θα ήταν προσωρινή. Εκτοτε οι χώροι της Σχολής παραμένουν εξαιρετικά επιμελημένοι και η βιβλιοθήκη της διαρκώς εμπλουτίζεται. Είναι έτοιμη να λειτουργήσει άμεσα.

Για την επαναλειτουργία της Σχολής ασκούνται εδώ και χρόνια πιέσεις από την Ελλάδα, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Οι Τούρκοι καταθέτουν κατά καιρούς προτάσεις που όλες κατατείνουν στην υπαγωγή της Σχολής σε κάποιο τουρκικό ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αυτός, όμως, είναι ο λόγος που έκλεισε το 1971. Αίτημα του Πατριαρχείου είναι η επαναλειτουργία της Σχολής υπό το καθεστώς προ του 1971.

Ωστόσο πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν κάποιοι παράγοντες που δεν υπήρχαν το 1971. Ο πιο σημαντικός συνδέεται με τις προϋποθέσεις για ένταξη ενός ιδρύματος στον Ευρωπαϊκό Χώρο Τριτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως, στον οποίο συμμετέχει και η Τουρκία. Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης πρέπει να πληροί και τυπικά τις προϋποθέσεις για σπουδές επιπέδου 6 (πανεπιστημιακές), ούτως ώστε οι απόφοιτοί της να θεωρείται ότι είναι κάτοχοι πανεπιστημιακού πτυχίου. Ο φορέας που μπορεί να πιστοποιήσει κάτι τέτοιο στην Τουρκία είναι το Ανώτατο Συμβούλιο Εκπαιδεύσεως (Yüksekögretim Kurulu). Αυτό σημαίνει ότι η Σχολή θα υπαχθεί υπό το Συμβούλιο. Αυτό εμπεριέχει σοβαρούς δυνητικούς κινδύνους που πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν.

Για να θεωρείται ότι οι απόφοιτοι της Σχολής είναι κάτοχοι πανεπιστημιακού πτυχίου, αυτή πρέπει να υπαχθεί στο Ανώτατο Συμβούλιο Εκπαιδεύσεως της Τουρκίας. Αυτό εμπεριέχει σοβαρούς δυνητικούς κινδύνους.

Το 1970 η ελληνική μειονότητα στην Τουρκία αριθμούσε 35.000-40.000 άτομα. Σήμερα οι αριθμοί της κινούνται μεταξύ 1.500-2.500 ατόμων. Οι μαθητές και μαθήτριες σε όλα τα ομογενειακά σχολεία της Πόλεως το 1970 ήταν 3.900, ενώ το 2024 (μαζί με την Ιμβρο και όλα τα νήπια στα νηπιαγωγεία) οριακά ξεπερνούν τους 300. Αυτό σημαίνει ότι δεν επαρκούν για να υπάρχει ικανός αριθμός φοιτητών που θα εγγραφούν στη Σχολή. Για να λειτουργήσει η Θεολογική Σχολή θα πρέπει να δεχθεί κυρίως ξένους πολίτες. Παράλληλα, και το Πατριαρχείο επιθυμεί τη φοίτηση στη Σχολή όλων των ορθοδόξων, ανεξαρτήτως υπηκοότητας. Η Αγκυρα το 1964 είχε απελάσει όλους τους σπουδαστές που δεν ήταν Τούρκοι πολίτες. Σήμερα το Ανώτατο Συμβούλιο Εκπαιδεύσεως θέτει ποσοστώσεις στους αριθμούς των ξένων φοιτητών που επιτρέπεται να φοιτούν σε τουρκικά πανεπιστήμια (συνήθως στο 20% του συνολικού αριθμού). Εάν επιβληθούν αντίστοιχες ποσοστώσεις και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, η λειτουργία της θα είναι πρακτικώς αδύνατη. Επίσης, είναι πιθανόν να θέσει η Τουρκία κάποιες προϋποθέσεις ως προς την υποχρεωτική προτέρα γνώση της τουρκικής γλώσσας, που θα δυσκολέψουν τους υποψήφιους φοιτητές.

Πιο σοβαρό είναι το θέμα της συμμετοχής αλλοδαπών καθηγητών μεταξύ των διδασκόντων στη Σχολή. Η κύρια γλώσσα διδασκαλίας που θα χρησιμοποιηθεί στη Σχολή, όταν επαναλειτουργήσει, θα είναι η ελληνική, όπως συνέβαινε και στα 127 χρόνια λειτουργία της. Σε αυτή την περίπτωση θα εφαρμοστεί ο Κανονισμός της 20ής Σεπτεμβρίου 2002 για τις γλώσσες πλην της τουρκικής που παραδοσιακά χρησιμοποιούν Τούρκοι πολίτες στην καθημερινή τους ζωή. Στο άρθρο 7 ορίζεται ότι οι καθηγητές πρέπει να έχουν τουρκική υπηκοότητα. Πού θα βρεθούν τόσοι καθηγητές πανεπιστημιακού επιπέδου που να είναι Τούρκοι πολίτες για να στελεχώσουν τη Θεολογική Σχολή; Αυτά τα θέματα πρέπει εγκαίρως να τεθούν, για να λυθούν.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η επαναλειτουργία της Σχολής αποτελεί συμμόρφωση της Αγκυρας προς το άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάννης, που παραβίασε το 1971. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι παλαιότερα η Τουρκία είχε ζητήσει από την Ελλάδα να προβεί σε κινήσεις καλής θελήσεως για να επιτρέψει αντιστοίχως την επαναλειτουργία της Σχολής. Ο ίδιος ο Ερντογάν είχε μιλήσει για λειτουργία ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα. Το τέμενος λειτούργησε το 2019. Παράλληλα, έχουν δοθεί 15 άδειες ευκτηρίων οίκων (χώρων προσευχής) για τους μουσουλμάνους πιστούς που εγκαταβιούν στην Αττική. Επιπλέον, η Ελλάδα το 2007 διέγραψε βεβαιωμένα χρέη και εξάλειψε υποθήκες και προσημειώσεις επί περιουσιακών στοιχείων των μουσουλμανικών βακουφίων της Θράκης (άρθρο 7, νόμος 3554/2007). Ας τα έχουμε αυτά υπ’ όψιν.

*Ο κ. Αγγελος Συρίγος είναι αν. καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, βουλευτής Ν.Δ. στην Α΄ Αθηνών.


Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.