«Ελεύθερε άνθρωπε, πάντα θα λατρεύεις τη θάλασσα», έλεγε ο Μποντλέρ κι ο Έλληνας ταυτίστηκε με αυτό, απ’ την πρώτη του κιόλας επαφή μαζί της. Την κατέκτησε, τη δάμασε, έφτιαξε όμορφα, γρήγορα, ανθεκτικά σκαριά για να την αρμενίζει. Σκαριά που έγραψαν τη δική τους ιστορία, διασχίζοντας με ασφάλεια, μέσα στους αιώνες, όλα της τα «μονοπάτια». 

Απ’ την εποχή της Μινωϊκής θαλασσοκρατίας, την Αργοναυτική εκστρατεία και τους κλασικούς χρόνους, τις τριήρεις και τις πολυήρεις των ελληνιστικών χρόνων, τους δρόμωνες και τα χελάνδια του Βυζαντίου, τα σταροκάβαρα της Τουρκοκρατίας, τα ελληνικά σκαριά άφησαν το στίγμα τους απ’ όπου κι αν πέρασαν. 

Ναυπηγεία, ταρσανάδες και καρνάγια ξεφύτρωναν στις παραλίες των νησιών και της ηπειρωτικής χώρας, ενώ οι πιο ικανοί ναυπηγοί, καραβομαραγκοί, καλαφάτες και ένα σωρό άλλοι τεχνίτες δούλευαν ολημερίς στην κατασκευή μικρών, μεσαίων και μεγάλων πλοίων, που προορίζονταν για Έλληνες εμπόρους και καραβοκύρηδες, ακόμα και για κουρσάρους ή για πειρατές. 

Αναγνωρισμένες ως εξαιρετικές, οι ικανότητες των Ελλήνων τεχνιτών, ακόμα και από τους Οθωμανούς ναυτικούς, κάτι που αποδεικνύεται από τον μεγάλο αριθμό πολεμικών πλοίων του Οθωμανικού Πολεμικού Ναυτικού που κατασκευάστηκαν εξ ολοκλήρου από Χιώτες τεχνίτες. 

Πέντε περίπου χρόνια χρειάζονταν οι καραβοτεχνίτες για να τελειώσουν ένα καΐκι, αφού πολλές φορές έφτιαχναν και τα εργαλεία με τα χέρια τους. 

Σχεδίαζαν το σκαρί, διαμόρφωναν τον σκελετό του, επικάλυπταν το πέτσωμά του, του φορούσαν μετά το κουβούσι, το τιμόνι και το άλμπουρο και στο τέλος, το καλαφάτιζαν και το έβαφαν. 

Το ξύλο το διάλεγαν πολύ προσεκτικά, ανάλογα με το μέρος για το οποίο προοριζόταν, αφού κάποια μέρη του σκάφους βρέχονται συνέχεια και το ξύλο «μαζεύει» κι άλλα τα χτυπάει αλύπητα συνεχώς ο ήλιος και τότε το ξύλο «απλώνει». Πιο συχνά, το ξύλο ήταν από πεύκο, ενώ τα κατάρτια φτιάχνονταν από κυπαρίσσι. 

Τα καρφιά, στην αρχή, ήταν χειροποίητα, φτιαγμένα από σίδερο, ενώ, με τα χρόνια, αντικαταστάθηκαν με βιομηχανικά ψευδαργυρωμένα. 

Το κάτω μέρος του πλοίου αλειφόταν με λίπος ανακατεμένο με οξύ (ακόμα και με λεμόνι), για την καθέλκυση, για να αντιστέκεται στις τριβές, την ώρα που το κάθε καινούργιο βύθισμα στο νερό συνοδευόταν από αγιασμούς, χορούς και γλέντια. 

Μπισκιά, που άλλαξαν με πριονοκορδέλες, ροκάνια, που αντικαταστάθηκαν με πλάνες, ρίνες, που τη θέση τους πήραν τα τριβεία, σβούρες και πριόνια, που σήμερα έχουν αντικατασταθεί με ηλεκτρικά, τρυπάνια, σημαδούρες και σκαρπέλα, ήταν μερικά μόνο απ’ τα εργαλεία των τεχνιτών που, εκούσια ή ακούσια, άφησαν το δημιουργικό τους «στίγμα» σε Βενετούς, σε Οθωμανούς, σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, φτιάχνοντας σακολέβες, βάρκες, μαούνες, δικάταρτα και τρικάταρτα καραβόσκαρα, περάματα, τσερνίκια, τρεχαντήρια και μπιγιαντέδες. 

Τα σημερινά καΐκια φέρουν στους ώμους τους τη βαριά κληρονομιά μιας παράδοσης που αγγίζει τις τρεις χιλιετίες. Τούτη η παράδοση, που ξεκινάει από τα «ξύλινα τείχη» των αρχαίων και τα ξύλινα σκαριά της επανάστασης και φτάνει μέχρι και  μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τουλάχιστον, τελείωσε βίαια, αφού η Ελλάδα, πρώτη ναυτική δύναμη και στο στόλο των ξύλινων αλιευτικών, «θανάτωσε» υποχρεωτικά τα παραδοσιακά δημιουργήματά της. 

Το 2010, στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε μία συζήτηση, για την προστασία της αλιείας στα κράτη-μέλη της, μια συζήτηση που χρειάστηκε τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί και να εκφραστεί σε απόφαση. 

Το 2013, λοιπόν, η Ε.Ε. εκδίδει τον Κανονισμό αριθ. 1303/2013, με τον οποίο προσπαθεί να σταματήσει την υπεραλίευση, την παράνομη αλιεία και ταυτόχρονα, να προστατεύσει, στις χώρες-μέλη της, τη θαλάσσια πανίδα από την ολική εξόντωσή της. Έτσι, αποφάσισε να παροπλίσει βιντζότρατες και μηχανότρατες, που σαρώνουν το βυθό καταστρέφοντας το θαλάσσιο περιβάλλον, επιδοτώντας, πλουσιοπάροχα, την κατάθεση της αλιευτικής άδειας. 

Από τούτη την απόφαση, προέκυψε μια μάλλον «αντιφατική» εξέλιξη για τη χώρα μας· αντιφατική για μένα, που απλώς διαβάζω κι ο νους μου δεν ξέρει τα πολλά... 

Ο Κανονισμός προέβλεπε, μαζί με την κατάθεση της αλιευτικής άδειας και την καταστροφή των παραδοσιακών αλιευτικών μας σκαφών, με τον Ελληνικό Σύνδεσμο Παραδοσιακών Σκαφών να αντιδρά, όπως είναι φυσικό, σε αυτήν. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου υποστήριξε πως το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και συγκεκριμένα, η Διεύθυνση Αλιείας, καταστρέφει βιντζότρατες και μηχανότρατες, τα χειροποίητα, ξύλινα, παραδοσιακά σκάφη, επιλέγοντας μονομερώς τη μέθοδο της καταστροφής, καταστρατηγώντας την ευρωπαϊκή πολιτική στο θέμα αυτό, αφού θεωρούν ότι μόνο έτσι θα προκύψει ανάπτυξη και επενδύσεις (!), συλλογιστική την οποία δεν μπορώ να αντιληφθώ, όσο και να έχω προσπαθήσει.  

Μέχρι το 2017 είχαν ήδη καταστραφεί περίπου 13.000 από τα 17.500 παραδοσιακά κομψοτεχνήματα, μερικά από τα οποία μεγάλης πολιτιστικής αξίας.  

Ωστόσο, η κοινοτική οδηγία όριζε μεν την επιδότηση της κατάθεσης της αλιευτικής άδειας, αλλά ζητούσε –σε αντάλλαγμα γι' αυτήν, είτε την καταστροφή του σκάφους, είτε τη χρήση του με άλλο τρόπο! 

Σύμφωνα με τις δηλώσεις του προέδρου, ο Σύνδεσμος είχε καταθέσει πάρα πολλές προτάσεις εναλλακτικής χρήσης των σκαφών, με ταυτόχρονη εξασφάλιση ότι οι ιδιοκτήτες τους δεν θα παρανομήσουν, αφού φυσικά, κανείς δεν θέλει την υπεραλίευση! Ουδείς διαφωνεί με την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προστατεύσει τη θαλάσσια πανίδα και να βάλει φραγμό στην παράνομη αλιεία.

Το αίτημα του Συνδέσμου ήταν το Πρωτόκολλο Καταστροφής να μετατραπεί σε Πρωτόκολλο Παράδοσης και το διατηρημένο σκαρί να παραμείνει «στη ζωή» ως μουσειακό είδος. 

Γιατί λοιπόν, αφού η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέτρεπε τη μετατροπή, δεν ακολουθήθηκε αυτός ο δρόμος, παρά οι αρμόδιες ελληνικές αρχές προτιμούσαν τον «βίαιο θάνατο»; Ποιον συνέφερε μία τέτοια απόφαση; 

Από το 2010 μέχρι σήμερα, παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες, δεν έχει γίνει καμία κίνηση ώστε όλα αυτά τα σκαριά, τα φτιαγμένα με αγάπη και μεράκι να έχουν τα γεράματα που τους αξίζουν. Αντ' αυτού, εκατοντάδες επαγγελματίες ψαράδες βγήκαν στη σύνταξη ή άλλαξαν επάγγελμα, προτιμώντας τη σίγουρη επιδότηση απ' το συνεχές ανεμόδαρμα της θάλασσας. 

Ένα ολόκληρο κομμάτι της παράδοσής μας και του πολιτισμού μας καταστρέφεται και μοιάζει τίποτα να μην μπορεί να γίνει γι’ αυτό, αφού η ανθρώπινη βούληση και μικρά ή μεγάλα συμφέροντα δεν το επιτρέπουν.  

Μαζί με τούτα τα θαλασσοδαρμένα σκαριά, οδηγείται στον αφανισμό ένα βασικό κομμάτι του λαϊκού μας πολιτισμού: Η ναυπηγική τέχνη. Πέντε χρόνια αγάπης και μόχθου για να φτιαχτεί κάθε ένα απ’ αυτά τα μικρά παραδοσιακά αριστουργήματα γίνονται σκόνη και θρύψαλα σε μια στιγμή, απ’ την επέλαση της μπουλντόζας. 

Κι όλα αυτά γιατί; Για ένα αποτέλεσμα που αμφισβητείται, αφού η παράνομη αλιεία συνεχίζεται, με πλαστικά και φουσκωτά, με ανεμότρατες που συνεχίζουν να γδέρνουν τους βυθούς και με γρι-γρι, που χρησιμοποιούν λάμπες πολύ ισχυρές, καίγοντας γόνους και πλαγκτόν. 

Την ίδια ώρα που οι γείτονές μας, οι Τούρκοι, ωθούν τον τουρισμό τους, βάζοντας εκατοντάδες μεγάλα ξύλινα καΐκια να κάνουν ημερήσια ταξίδια στις Ιωνικές ακτές, εμείς, σπάμε τα πλεούμενά μας, που σηκώνουν το βάρος ακόμα και 90 χρόνων στη ράχη τους. Αντί να τα αξιοποιήσουμε τουριστικά ή ακόμα και να τα καταβυθίσουμε, ώστε να γίνουν φιλόξενο καταφύγιο για πληθυσμούς ψαριών, εμείς προτιμούμε τη συνταξιοδότηση, το εύκολο αποτέλεσμα της γενναίας ευρωπαϊκής επιδότησης. 

Μια νομοθεσία που φτιάχτηκε για να προστατεύσει και θα μπορούσε στ’ αλήθεια να εφαρμοστεί όπως πρέπει, γίνεται αφορμή για τη συνολική περιφρόνηση της ναυτικής μας παράδοσης, της ίδιας μας της ιστορίας. 

Εκείνος που δέχτηκε να αναλάβει μια τέτοια ευθύνη, φαίνεται να ξεχνάει πως ετούτο το σύγχρονο ελληνικό κράτος δεν θα υπήρχε χωρίς τη ναυτοσύνη και το εμπορικό πνεύμα του ίδιου αυτού λαού, που σήμερα δέχεται αυτόν τον ξεπεσμό, με αντάλλαγμα μερικά αργύρια... 

Είναι άραγε αρκετά τα αργύρια ετούτης της λήθης; Θα φτάσουν για να ξεχνάνε όση ζωή τους απομένει; 

Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι, 

που στα μεγάλα των χειμώνων βράδια 

μ’ υπομονή κι αγάπη για τα εγγόνια τους 

(είτε γι’ αυτούς;) μικρά φτιάχνουν καράβια. 

Και δεν μπορούνε πια να ταξιδέψουνε, 

μα κάθε μέρα ως το λιμάνι πάνε 

και άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι 

σαν κατιτίς να χάσανε κοιτάνε  

(Κ. Ουράνης)

 *Εύα Τσαροπουλου

Ο πραγματικός λόγος που νιώθεις αυτή την απελπισμένη πραγματικά παρόρμηση να εξηγήσεις τον εαυτό σου σε κάποιον που σε πλήγωσε δεν είναι ότι αναζητάς απλώς κατανόηση. Αυτό που κάνεις εκείνη τη στιγμή είναι να αναπαράγεις παλιές πληγές, τραύματα τα οποία εκλιπαρούν να επουλωθούν.

Έχεις μήπως περάσει χρόνια και χρόνια προσπαθώντας να επιλέξεις τις τέλειες λέξεις που τελικά θα έκαναν ορισμένους ανθρώπους να καταλάβουν τον πόνο σου; Έκανες μήπως πρόβες συζητήσεων στο μυαλό σου για όλα αυτά που έπρεπε να πεις; Και τα διόρθωνες και τα ξαναδιόρθωνες για να είναι τα «σωστά»;

Αυτή η απελπισμένη ανάγκη να κάνουμε του άλλους και ειδικότερα τους τοξικούς να καταλάβουν προέρχεται από ένα βαθύτερο μέρος του εαυτού και δεν οφείλονται στην παρούσα στιγμή. Είναι ο νεότερος εαυτός σου που ακόμη πιστεύει ότι αν βρεις και πεις τον κατάλληλο συνδυασμό λέξεων, αν απλώς εξηγήσεις στον άλλον αρκετά καθαρά, επιτέλους θα σε ακούσει, θα σε δει και θα αλλάξει στάση ή συμπεριφορά. Η αλήθεια όμως είναι ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και δε συμβαίνει.

Όταν συνειδητοποιήσεις ότι αυτό είναι το μοτίβο σου, δηλαδή μια συμπεριφορά που έχεις συνηθίσει να επαναλαμβάνεις, όταν νιώθεις αυτή την παρόρμηση και ανάγκη να δικαιολογηθείς, να εξηγήσεις και να κάνεις τον άλλον να καταλάβει, χρειάζεται να μάθεις ότι στην πραγματικότητα αποκαλύπτεις στον εαυτό σου εκείνη τη στιγμή, ποιά είναι η συζήτηση που χρειάζεται να κάνεις με τον ίδιο σου τον εαυτό και όχι με τον άλλον. Γιατί αυτός ο πόνος που αισθάνεσαι δεν αφορά μόνο αυτό που συμβαίνει αυτήν τη στιγμή αλλά έχει να κάνει με την κάθε φορά στη ζωή σου που δε σε άκουσαν, που δε σε είδαν, που απέρριψαν ή αρνήθηκαν τα συναισθήματά σου.

Πιθανά να σου φαίνεται ότι είναι αδύνατο να απελευθερωθείς από αυτόν τον κύκλο. Σου έχω καλά νέα. Η συνειδητοποίηση ότι η ανάγκη σου να κάνεις ένα κλείσιμο εξηγώντας τον εαυτό σου έχει να κάνει αποκλειστικά με τη δική σου θεραπεία και όχι με το να κάνεις τους άλλους να σε κατανοήσουν, σου δίνει τη δύναμη να ανακατευθύνεις αυτήν την ενέργεια πίσω στον εαυτό σου, ακόμα και όταν κάθε κομμάτι σου θέλει να συνεχίσει να προσπαθεί.

Όταν αναπτύξεις αυτήν την επίγνωση, όταν επιτέλους καταλάβεις ότι η ανάγκη αυτή προέρχεται από το τραύμα σου, θα σταματήσεις να εξαντλείς τον εαυτό σου προσπαθώντας να σε ακούσουν άτομα που επιλέγουν να μην ακούσουν. Θα αρχίσεις να τιμάς το δικό σου προσωπικό ταξίδι θεραπείας αντί να προσπαθείς να επιβάλεις την κατανόηση από κάποιον που δεν είναι σε θέση να σου τη δώσει. Θα μάθεις ότι το κλείσιμο δεν έχει να κάνει με την κατανόηση από τους άλλους αλλά με την άδεια που θα δώσεις στον εαυτό σου να αφεθεί.

Φαντάσου όλη αυτή την ενέργεια που ξόδεψες προσπαθώντας να κάνεις ορισμένους ανθρώπους να καταλάβουν να την ανακατευθύνεις στον εαυτό σου. Φαντάσου να προχωράς στη ζωή γνωρίζοντας ότι η θεραπεία σου και η εξέλιξή σου δεν εξαρτώνται από την αναγνώριση κανενός άλλου γνωρίζοντας πια ότι το κλείσιμο που αναζητάς ζει μέσα σου. Αυτή ακριβώς είναι η στιγμή που θα απελευθερωθείς από την ανάγκη να εξηγείσαι στους άλλους.

Την επόμενη φορά που θα έχεις αυτή την παρόρμηση να εξηγήσεις τον εαυτό σου σε κάποιον που σε έχει πληγώσει κάνε μια παύση και αναρωτήσου: Αυτό έχει να κάνει με το αν θα με κατανοήσει ο άλλος, ή έχει να κάνει με τη δική μου θεραπεία; Η απάντησή σου εκείνη τη στιγμή θα σου πει ακριβώς πού να κατευθύνεις την ενέργειά σου. Γιατί η αλήθεια είναι ότι μερικοί άνθρωποι δεν είναι ικανοί να σε κατανοήσουν όπως σου αξίζει. Και αυτό είναι εντάξει διότι η θεραπεία σου δεν εξαρτάται από την ικανότητά του άλλον να σε καταλαβαίνει, εξαρτάται από την προθυμία σου να καταλάβεις εσύ τον εαυτό σου.

Σταμάτα την προσπάθεια να κάνεις τους άλλους να καταλάβουν. Αντιθέτως, άρχισε να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου.

Ζωή ΔελιακίδουΕίμαι η Ζωή Δελιακίδου. Είμαι ψυχολόγος απόφοιτος του ΑΠΘ. Αγαπώ τα ζωάκια, τα ταξίδια και το ποδήλατο μου. Ζω και δραστηριοποιούμαι στην Θεσσαλονίκη. Γράφω γιατί είναι θεραπευτικό και γιατί θέλω να επικοινωνώ τις σκέψεις και τα συναισθήματα μου.

 
 Από την Καθημερινή

Η είδηση της ήττας των Βυζαντινών στο Μαντζικέρτ έδωσε την κατάλληλη ευκαιρία στους εχθρούς του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ’ Διογένη να τον καθαιρέσουν

H 26η Αυγούστου έχει μείνει στην Ιστορία ως μία από τις πιο καθοριστικές –και θλιβερές– ημερομηνίες για τον Ελληνισμό, καθώς εκείνη την ημέρα του 1071 έλαβε χώρα η μάχη του Μαντζικέρτ, μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ’ Διογένη και των Σελτζούκων Τούρκων υπό τον σουλτάνο Αλπ Αρσλάν.

Παρά τη γενναία μάχη του, ο Ρωμανός κατάλαβε ότι είχε περικυκλωθεί και αναγκάστηκε να παραδοθεί  

Μέχρι τον 11ο αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αγωνιζόταν να διατηρήσει τα εδάφη της. Οι αλλεπάλληλες ήττες από τους Νορμανδούς στην Ιταλία και οι ολοένα αυξανόμενες επιδρομές των ξένων φυλών στα Βαλκάνια είχαν αποδυναμώσει την αυτοκρατορία. Από την άλλη, η οικονομία της βρισκόταν σε χρόνια ύφεση, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, ο τακτικός, επαγγελματικός στρατός να αντιμετωπίζει σοβαρότατη έλλειψη ανδρών, χρημάτων και εξοπλισμού. Επίσης, στη Μικρά Ασία οι Σελτζούκοι Τούρκοι, μια ανερχόμενη δύναμη στον ισλαμικό κόσμο προερχόμενη από την κεντρική Ασία, είχαν καταφέρει να καταλάβουν το 1064 το Ανι, το ανατολικότερο από μια σειρά βυζαντινών οχυρών, δημιουργώντας ρήγμα στην αμυντική γραμμή της αυτοκρατορίας και απειλώντας μια περιοχή ζωτικής σημασίας για τη σταθερότητά της.

Ταυτόχρονα, η πολιτική κατάσταση στην αυτοκρατορία ήταν επίσης κλονισμένη. Τα εξωτερικά και τα εσωτερικά προβλήματα είχαν οδηγήσει στην άνοδο του Ρωμανού Δ’ Διογένη στον θρόνο, μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι’ Δούκα, κατόπιν επιλογής της αυτοκράτειρας Ευδοκίας. Παρότι ο Ρωμανός είχε τη φήμη ικανότατου στρατηγού, ο οποίος μπορούσε να οργανώσει και να εμψυχώσει τον στρατό, επιφανείς πολιτικές προσωπικότητες της Κωνσταντινούπολης όπως ο λόγιος Μιχαήλ Ψελλός και ο θείος του ανήλικου γιου της Ευδοκίας, Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα, Ιωάννης Δούκας, προέβαλαν σφοδρές αντιρρήσεις στην ανάρρησή του στον θρόνο. Οι διαμαρτυρίες αυτές μπορούν να εξηγηθούν από την ευρύτερη αντιπαλότητα που επικρατούσε στο Βυζάντιο του 11ου αιώνα, ανάμεσα στην «πολιτική αριστοκρατία» που εξέφραζαν οι Δούκες και στη στρατιωτική αριστοκρατία της Μικράς Ασίας, που εν προκειμένω εξέφραζε ο καταγόμενος από την Καππαδοκία Ρωμανός.

Οταν, λοιπόν, ο Ρωμανός ξεκίνησε την εκστρατεία του, άφηνε πίσω του μια πρωτεύουσα που σε μεγάλο βαθμό συνωμοτούσε εναντίον του, ενώ οι 40.000 άνδρες στους οποίους βασιζόταν για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, ήταν ένα μείγμα από αυτοκρατορικά τάγματα, νεοσύλλεκτους, βασιλικούς φρουρούς, ιδιωτικά στρατεύματα γαιοκτημόνων και μισθοφόρους, με επικεφαλής όπως ο Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ και ο Μάγιστρος Ιωσήφ Ταρχανειώτης, στους οποίους δεν μπορούσε στην πραγματικότητα να βασιστεί, καθώς ήταν αναξιόπιστοι και συμφεροντολόγοι.

Ωστόσο, σημαντικότερο ήταν πως η οπισθοφυλακή του στρατεύματος διοικούνταν από τον Ανδρόνικο Δούκα, γιο του θανάσιμου εχθρού του αυτοκράτορα, Ιωάννη Δούκα. Πάντως, παρά το δύσκολο κλίμα στις τάξεις του στρατού, ο Ρωμανός παρέμενε αισιόδοξος, θεωρώντας ότι οι Σελτζούκοι, οι οποίοι τότε διεξήγαν πόλεμο στο Χαλέπι κατά των Φατιμιδών, θα αιφνιδιάζονταν από τον ερχομό των βυζαντινών στρατευμάτων και συνέχισε την πορεία του.

Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Ο σουλτάνος Αλπ Αρσλάν είχε πληροφορηθεί την πορεία του Ρωμανού και είχε εγκαταλείψει το Χαλέπι, κατευθυνόμενος βόρεια για να τον αντιμετωπίσει. Μερικοί από τους στρατηγούς του Ρωμανού τον συμβούλεψαν να οχυρωθεί στη Θεοδοσιούπολη (εκεί όπου είχε μάθει για τις κινήσεις των Τούρκων) και να δώσει εκεί τη μάχη. Ο αυτοκράτορας, όμως, επέλεξε να μπει στα κατεχόμενα από τους Σελτζούκους εδάφη, με προορισμό το Μαντζικέρτ (σημερινό Μαλαζγκίρτ).

Στην πορεία όμως, σχεδόν ο μισός στρατός του είχε ουσιαστικά λιποτακτήσει, καθώς, με διαταγή των επικεφαλής τους, άρχισαν να επιστρέφουν πίσω στα βυζαντινά εδάφη, αφού απέτυχαν να καταλάβουν ένα φρούριο το οποίο είχε μετατραπεί σε τουρκικό ορμητήριο και το οποίο τους είχε υποδείξει ο Ρωμανός προς ανακατάληψη. Ο αυτοκράτορας δεν είχε πλέον κάποιον να προστατεύει τα νώτα του, ενώ δεν είχε ενημερωθεί από τους διοικητές ότι τα στρατεύματα αυτά είχαν αποχωρήσει. 

Ετσι, όταν έφτασε στο Μαντζικέρτ, παρότι αρχικά το κατέλαβε, αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες όταν εκδηλώθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από τον σελτζουκικό στρατό. Οι μισθοφόροι επίσης εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης, αφήνοντας τον αυτοκράτορα εκτεθειμένο. Μετά τις πρώτες συγκρούσεις με τους Σελτζούκους, ο Αλπ Αρσλάν έκανε προτάσεις για ειρήνη, τις οποίες ο Ρωμανός απέρριψε, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Πόλη χωρίς μια νίκη.

Στις 26 Αυγούστου, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας παρέταξε τον στρατό του για μάχη. Ο ίδιος διοικούσε το κέντρο, ενώ ο Νικηφόρος Βρυέννιος και ο Θεόδωρος Αλυάτης την αριστερή και τη δεξιά πτέρυγα, αντίστοιχα. Την οπισθοφυλακή διοικούσε ακόμα ο Ανδρόνικος Δούκας. Επειτα από μια μακρά ημέρα σκληρής μάχης, εν τέλει οι Τούρκοι κατάφεραν καίριο πλήγμα στην ήδη καταπονημένη δεξιά πτέρυγα. Ο Ρωμανός διέταξε να επέμβει η οπισθοφυλακή, ο Ανδρόνικος Δούκας όμως, όχι μόνο δεν εκτέλεσε τη διαταγή αλλά διέδωσε τη φήμη ότι ο Ρωμανός είχε σκοτωθεί. Πανικός ξέσπασε τότε στον βυζαντινό στρατό, ο οποίος διαλύθηκε. Οι Βρυέννιος και Αλυάτης κατάφεραν να διαφύγουν, ο Ρωμανός όμως αποκόπηκε από το υπόλοιπο στράτευμα, μένοντας μόνο με τη φρουρά του, μερικούς Βαράγγους και περίπου 2-3.000 μισθοφόρους. Παρά τη γενναία μάχη του, ο Ρωμανός κατάλαβε ότι είχε περικυκλωθεί και αναγκάστηκε να παραδοθεί.

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν πλέον αιχμάλωτος των Τούρκων, αυτοί όμως τον μεταχειρίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Μάλιστα, παρά την ταπείνωση της αιχμαλωσίας, κατάφερε να εξασφαλίσει μια σχετικά ευνοϊκή ειρήνη με την οποία υποχρεωνόταν μεν να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό στους Σελτζούκους και να εκκενώσει ορισμένα συνοριακά φυλάκια, όμως ως αντάλλαγμα επανακτούσε την Αρμενία και ο Αρπ Αρσλάν θα εμπόδιζε τις επιδρομές Τούρκων ατάκτων.

Στο μεταξύ, όμως, η είδηση της ήττας στο Μαντζικέρτ έδωσε την κατάλληλη ευκαιρία στους εχθρούς του Ρωμανού να τον καθαιρέσουν. Ο Ψελλός και ο Ιωάννης Δούκας, με τη συνδρομή επιφανών συγκλητικών, κήρυξαν έκπτωτο τον Ρωμανό και ανέβασαν στον θρόνο τον 20χρονο πλέον Μιχαήλ Ζ’ Δούκα, ακριβώς έναν μήνα μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ. Η Ευδοκία καθαιρέθηκε διά της βίας και εστάλη σε μοναστήρι, ενώ εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο Ρωμανός θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως στασιαστής.

Μετά την εδραίωση της εξουσίας του Μιχαήλ, ο Ιωάννης Δούκας συγκέντρωσε στρατό και κατευθύνθηκε στη Μικρά Ασία για να εξασφαλίσει ότι ο Ρωμανός δεν θα αποτελούσε εμπόδιο. Ο τελευταίος κατάφερε να συγκεντρώσει μερικούς οπαδούς του προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όμως οι συγκρούσεις που ακολούθησαν με τις δυνάμεις του Ιωάννη Δούκα δεν κατέληξαν ευνοϊκά για τον ίδιο. Περικυκλωμένος, τον Μάρτιο του 1072, ο Ρωμανός αναγκάστηκε να παραδοθεί, αφού έλαβε διαβεβαιώσεις για τη σωματική του ακεραιότητα. Ωστόσο, οι διώκτες του δεν τήρησαν τη συμφωνία και ο Ρωμανός τυφλώθηκε βίαια και κλείστηκε σε μοναστήρι. Δεδομένου ότι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες έπρεπε να είναι αρτιμελείς για να αναρρηθούν στον θρόνο, ο Ρωμανός είχε αποκλειστεί από κάθε πιθανότητα να σταθεί υπολογίσιμο εμπόδιο στους Δούκες. Πέθανε άδοξα τον Αύγουστο του 1072.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε αποδυναμωθεί ακόμα περισσότερο, τόσο στρατιωτικά όσο και λόγω των εσωτερικών πολιτικών ερίδων, ενώ οι Τούρκοι είχαν καταφέρει να αγκιστρωθούν στη Μικρά Ασία και την Ανατολία.

Τα Δεκεμβριανά ήταν μια ιδιαίτερα αιματηρή περίοδος. Οι νεκροί από τις μάχες και τις εκτελέσεις έφτασαν τους 15.000.
Με την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας και την ήττα των ΕΛΑΣιτών, στις αρχές του 1945 στην Αθήνα, οι υποστηρικτές του ΕΑΜ έμειναν ανυπεράσπιστοι στην εκδικητική διάθεση των εθνικοφρόνων. Τώρα, οι εθνικόφρονες, όπως οι ΕΛΑΣίτες στην Κατοχή και στα Δεκεμβριανά, βγήκαν στην ύπαιθρο και άρχισαν να χτυπούν όσους θεωρούσαν κομμουνιστές. Συνάμα, αφορμές για τέτοιες ενέργειες έδινε και η πλευρά του ηττημένου ΕΛΑΣ.

Ενώ λοιπόν το μεγαλύτερο τμήμα του ΕΛΑΣ είχε αφοπλιστεί ως τα τέλη του Φεβρουαρίου, ομάδες της οργάνωσης με αρχηγό τον Άρη Βελουχιώτη αρνούνται τη συμφωνία και συνεχίζουν το αντάρτικο στο βουνό. Ο Άρης κατηγορεί το Κομμουνιστικό Κόμμα ότι πρόδωσε τους αντάρτες και διαγράφεται ως αποστάτης. Το ίδιο έτος, ο Βελουχιώτης βάζει τέλος στη ζωή του αυτοκτονώντας, περικυκλωμένος από τις κρατικές αρχές μετά από μάχη στα Άγραφα.

Το 1945 αναλαμβάνει την ηγεσία του κόμματος ο Νίκος Ζαχαριάδης. Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, επιστρέφει από το Νταχάου στην Ελλάδα.
Ο Ζαχαριάδης τίθεται υπέρ της Συμφωνίας της Βάρκιζας και επιτίθεται κατά των αποστατών του κόμματος, όπως ο Βελουχιώτης, ενώ υποστηρίζει το δημοκρατικό πολίτευμα, λέγοντας πως το Κομμουνιστικό Κόμμα θα προσαρμοστεί στο παρόν πολιτικό σύστημα.
Βέβαια, σκοπός του Ζαχαριάδη ήταν η προσωρινή ειρήνη μέχρι το κόμμα να βρει αρκετές δυνάμεις και να ξαναρχίσει τον ένοπλο αγώνα με τη βοήθεια των σοσιαλιστικών καθεστώτων Βαλκανίων.

Η άποψη που επικρατούσε ήταν πως, κατά την Κατοχή, το ΚΚΕ κατείχε την εξουσία μέσω του ΕΑΜ στην Ελλάδα και οι Άγγλοι τώρα την έκλεψαν παρανόμως. Η άποψη αυτή όμως ήταν αντίθετη με το στάτους κβο που θα ίσχυε στον μεταπολεμικό κόσμο και ως εκ τούτου θα βρισκόταν μπροστά στα ανάλογα προβλήματα.
Από το 1945 και μετά, λοιπόν, το ΚΚΕ παραμένει νόμιμο, αλλά υπάρχει τρομοκρατία κατά των συμπαθούντων στο ΕΑΜ και ΕΛΑΣ για όσα η οργάνωση τους είχε κάνει τα προηγούμενα χρόνια και έτσι οι εθνικόφρονες δεν τηρούν απόλυτα όσα υπεγράφησαν στη Βάρκιζα. Κατά την περίοδο ‘45-‘46 τα θύματα της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν περίπου 3.000.

Από πλευράς των ΕΛΑΣιτών υπήρχε μη τήρηση της Συμφωνίας της Βάρκιζας, διότι έκρυβαν όπλα στην ύπαιθρο ή ως συμμορίες ανέβηκαν στο βουνό χτυπώντας τους κυβερνητικούς. Πράγμα που δυσχέραινε, ακόμα περισσότερο το κλίμα και ξεκίνησε ο Εμφύλιος πόλεμος ή Συμμοριτοπόλεμος, ο οποίος διογκώθηκε στα επόμενα χρόνια.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η χώρα το 1946 προχωρά σε εκλογές για ανάδειξη νόμιμης εκλεγμένης κυβέρνησης και παράλληλου δημοψηφίσματος για επιστροφή ή όχι του βασιλιά. Ο Ζαχαριάδης ρωτάει τη Μόσχα αν πρέπει να συμμετέχει στις εκλογικές διαδικασίες ή να ξεκινήσει ένοπλο αγώνα.

Η Μόσχα απαντά πως πρέπει οπωσδήποτε να συμμετέχει, διότι η σοβιετική διοίκηση δεν θα βοηθήσει το ΚΚΕ σε περίπτωση πολέμου.

Ο Ζαχαριάδης όμως, δεδομένου του συγκρουσιακού κλίματος που έχει καλλιεργηθεί και της έγκρισης των σοσιαλιστικών κρατών της Βαλκανικής να βοηθήσουν στον ένοπλο αγώνα των Ελλήνων κομμουνιστών, επιλέγει τη ρήξη με το πολιτικό σύστημα.

Το ΚΚΕ ονομάζει το αποτέλεσμα των δημοκρατικών διαδικασιών νοθευμένο εκ των προτέρων και δεν συμμετέχει ούτε στις εκλογές του Μαρτίου του 1946, ούτε στο δημοψήφισμα και έτσι τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, επιστρέφει στην Ελλάδα ο βασιλιάς Γεώργιος Β’.

Από τη μεριά του, το Κομμουνιστικό Κόμμα αναλαμβάνει δράση με την ίδρυση, το 1946, του Ένοπλου Στρατού του ΚΚΕ (Δημοκρατικού Στρατού, όπως τον έλεγαν οι Κομμουνιστές), όπως τον αποκαλούσαν οι κομμουνιστές, με την ένωση όλων των ομάδων συμμοριτών που ανέβηκαν στα βουνά.

Ταυτόχρονα, το πράσινο φως για την υποστήριξη των ανταρτών από τις σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Αλβανίας, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας είχε ανάψει. Και το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε όλα τα εφόδια που χρειαζόταν για να ξεκινήσει τις ένοπλες συγκρούσεις. Εφοδιάζονται με όπλα, σφαίρες, ρουχισμό και καύσιμα από το εξωτερικό, ενώ στο εσωτερικό της χώρας πραγματοποιούσαν πορείες σε πολλά χωριά της ορεινής Ελλάδας για να συλλέξουν τρόφιμα και να στρατολογήσουν αγωνιστές.

Το πρόβλημα για τους κομμουνιστές ξεκίνησε από το 1947 διότι δεν είχαν επαρκείς δυνάμεις να επανδρώσουν τις τάξεις τους. Ο ίδιος ο αρχηγός των ανταρτών Μάρκος Βαφειάδης θα παραδεχθεί το 1947 πως η στρατολόγηση στον Ένοπλο Στρατό του ΚΚΕ γινόταν ολότελα με βίαιο τρόπο και η εθελοντική στρατολόγηση άγγιζε μόλις το 10% του συνόλου.

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, πως εφόσον ένα τόσο μικρό ποσοστό των ανταρτών ήταν εθελοντές, χιλιάδες συνεπώς βρίσκονταν στο πλευρό των κομμουνιστών παρά την θέλησή τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, αρκετά γρήγορα η υποστήριξη των χωρικών προς τους αντάρτες μειωνόταν τρομερά, ώσπου πλέον δεν τους ήθελαν, διότι τους κακομεταχειρίζονται. Επέβαλλαν τρομοκρατία και τους έπαιρναν τα παιδιά και τις προμήθειες από την πλευρά των κυβερνητικών.

Οι Εγγλέζοι αποχωρούν από την Ελλάδα και τη θέση τους παίρνουν οι Αμερικανοί. Η Αμερική υπόσχεται πως θα βοηθήσει με κάθε μέσο να επιλυθούν τα προβλήματα της χώρας, του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου.

Συνάμα, το ΚΚΕ αποφασίζει πως πρέπει να δημιουργηθεί μια προσωρινή κυβέρνηση, κάπου στα βόρεια της χώρας και αρχίζει η τακτική διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα και ξεκινούν επιθέσεις σε σταθμούς της Χωροφυλακής ανά την χώρα.

Η κυβέρνηση αντιδρά αμέσως, θέτοντας εκτός νόμου τους κομμουνιστές. Και ο πόλεμος ξεκινάει. Η προπαγάνδα των εθνικοφρόνων κατά των κομμουνιστών ενισχύεται και από το γεγονός πως σε πολύ μεγάλο βαθμό στις τάξεις των ανταρτών υπήρχαν σλαβόφωνοι της Μακεδονίας, οι οποίοι μάχονταν υπέρ μιας ανεξάρτητης Μακεδονίας και είχαν τη στήριξη των Βουλγάρων και των Γιουγκοσλάβων.

Γι’ αυτόν τον λόγο η εθνικόφρουσα πλευρά αρνήθηκε τον όρο «εμφύλιος πόλεμος», κατηγορώντας τους κομμουνιστές πως ο στρατός τους αποτελείται από μη Έλληνες στο γένος και σκοπός τους δεν ήταν να πολεμήσουν για τη δική τους Ελλάδα, αλλά για να αποσπαστεί εθνικό έδαφος από τη χώρα.

Οι συγκρούσεις θα γίνουν πιο έντονες επειδή οι κομμουνιστές μετά μανίας στοχεύουν στην κατάληψη κάποιου μεγάλου αστικού κέντρου προκειμένου να το κάνουν κέντρο επιχειρήσεών τους. Έτσι πλέον κηρύσσεται επιστράτευση από τον εθνικό στρατό, ενώ από την άλλη, οι αντάρτες μεταβαίνουν στα χωριά και ανακοινώνουν την απελευθέρωση τους από τον μοναρχοφασισμό, στρατολογώντας κόσμο.

Οι μάχες συνεχίζονται με μανία, με ελληνικές πόλεις της Ηπείρου και της Μακεδονίας να αλλάζουν χέρια μεταξύ ελληνικού στρατού και ανταρτών, ενώ πολλά χωριά καταστράφηκαν ή εκκενώθηκαν προς προστασία των κατοίκων από τους βομβαρδισμούς.

Περίπου 700.000 ήταν οι άνθρωποι που θα εγκαταλείψουν τα χωριά τους, που τα κατείχαν οι κομμουνιστές και θα πάνε στις ελεύθερες ελληνικές περιοχές για να σωθούν. Σιγά σιγά, ο κύριος όγκος των ανταρτών συγκεντρώνεται στα βόρεια σύνορα της χώρας, επειδή ο ανεφοδιασμός στην Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο τίθεται αδύνατος.

Ο Ένοπλος Στρατός του ΚΚΕ πέτυχε μια σημαντική νίκη στο Βίτσι, τον Σεπτέμβριο του ‘48. Τους επόμενους μήνες επιτέθηκε σε διάφορες πόλεις στα βόρεια της χώρας. Ο εθνικός στρατός έπρεπε να ανασυνταχθεί.

Το 1948, ο Ζαχαριάδης θεώρησε πως οι κομμουνιστές έχουν μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας και έτσι το κόμμα αποφασίζει το αντάρτικο να μετατραπεί σε τακτικό πόλεμο και οι αντάρτες σε τακτικό στρατό.

Ο Ένοπλος Στρατός του ΚΚΕ αντιμετώπιζε διάφορες δυσκολίες. Οι απώλειες σε άντρες ήταν δύσκολο να αναπληρωθούν. Η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία. Ο Βαφειάδης ήταν ανήσυχος για τον χαμηλό αριθμό μαχητών. Τον Νοέμβριο του ‘48 οι δυνάμεις έφταναν περίπου τις 25.000.

Ο Βαφειάδης πρότεινε μια απλούστερη μορφή ανταρτοπόλεμου. Αντέδρασε έντονα επιμένοντας στη συγκρότηση τακτικού στρατού. Η ρήξη ανάμεσα στους δύο άνδρες οδήγησε τελικά στην απομάκρυνση του Βαφειάδη.

Το 1948, ο Τίτο συγκρούστηκε με τον Στάλιν. Η Γιουγκοσλαβία είχε πάρει αποστάσεις από την εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης. Το ΚΚΕ ακολούθησε την επίσημη γραμμή της Σοβιετικής Ένωσης.

Τον Ιανουάριο του ‘49 η κυβέρνηση τοποθέτησε τον Αλέξανδρο Παπάγο ως αρχιστράτηγο των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Παπάγος είχε αποφασιστικό λόγο στον σχεδιασμό των επιχειρήσεων. Επέβαλε αυστηρή πειθαρχία και ένα πιο επιθετικό πνεύμα.

Όμως το 1949 έρχεται μια σημαντικότατη μεταβολή των πραγμάτων έξω από την Ελλάδα. Ο ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας Τίτο έρχεται σε ρήξη με το καθεστώς της Μόσχας, θέλοντας να αποκτήσει περισσότερη κυριαρχία στα Βαλκάνια κι έρχεται σε σύγκρουση με τον Στάλιν. Το 1949 η Γιουγκοσλαβία περιόρισε την υποστήριξη προς τον Ένοπλο Στρατό του ΚΚΕ. Τον Ιούλιο έκλεισε οριστικά τα σύνορά της για τους αντάρτες.

Οι κουκουέδες, όμως, τάσσονται υπέρ του Στάλιν στη διαμάχη, καθώς περίμεναν ακόμα τη βοήθεια από τη Ρωσία και ο Τίτο, οργισμένος με τους Έλληνες κομμουνιστές, τους κλείνει τα σύνορα και η βοήθεια σταματάει.

Τον Ιανουάριο του 1949, ο Ένοπλος Στρατός του ΚΚΕ κατέλαβε το Καρπενήσι. Θεωρήθηκε σημαντική επιτυχία, αφού η πόλη βρισκόταν μακριά από τα βόρεια σύνορα. Οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακατέλαβαν το Καρπενήσι. Τρεις εβδομάδες αργότερα, οι αντάρτες διέφυγαν προς τα Άγραφα. Ο στρατηγός Τσακαλώτος ζήτησε την καταδίωξή τους.


Τον Μάιο του 49 ξεκίνησε η επιχείρηση Πύραυλος. Ο Εθνικός Στρατός επιτέθηκε στους αντάρτες στη Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία. Ο Ένοπλος Στρατός του ΚΚΕ έχασε πολλούς ικανούς αξιωματικούς. Οι αντάρτες υποχώρησαν προς το Γράμμο και το Βίτσι. Τον Αύγουστο ξεκίνησε η επιχείρηση Πυρσός.

Ο βασιλιάς Παύλος επισκέφθηκε το μέτωπο μαζί με Αμερικανούς αξιωματούχους.

Έτσι οι αντάρτες μένουν αποκλεισμένοι στην Βόρειο Ελλάδα χωρίς εφόδια και οι εξελίξεις του Αυγούστου του 1949 θα παίξουν καθοριστικό ρόλο για την έκβαση του πολέμου.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις ξεκινούν την επιχείρηση Πυρσός 1 και έκαναν παραπλανητικές επιθέσεις στο Γράμμο ως τις 7 Αυγούστου. Είχαν καταλάβει αρκετές θέσεις των ανταρτών.


Το τελικό χτύπημα δίνεται στις 10 Αυγούστου με τον Πυρσό 2 και στις 16 Αυγούστου ακολούθησε η κύρια επίθεση στο Βίτσι, όπου βρισκόταν το μεγαλύτερο μέρος του Δημοκρατικού Στρατού.

Ο Παπάγος διέταξε σφοδρό βομβαρδισμό από το πυροβολικό και την αεροπορία. Ο Ένοπλος Στρατός του ΚΚΕ είχε σοβαρές απώλειες. Το Αρχηγείο έδωσε εντολή για υποχώρηση προς την Αλβανία.

Κατόπιν οι δυνάμεις πέρασαν στο Γράμμο. Η τελική επίθεση στο Γράμμο ξεκίνησε στις 25 Αυγούστου. Το κυβερνητικό στρατόπεδο ήταν σίγουρο για την επιτυχία του. Στις 25 Αυγούστου ξεκινάει και η επιχείρηση Πυρσός 3 και καταλαμβάνεται και ο Γράμμος.
Οι δυνάμεις των ανταρτών εν τέλει καταστράφηκαν ολοσχερώς και το μεγαλύτερο μέρος τους έφυγε στην Αλβανία.
Στην τελευταία φάση του εμφυλίου οι απώλειες υπολογίζονται σε 20.000 για το Δημοκρατικό Στρατό και 15.000 για τις κυβερνητικές δυνάμεις.
Σε ολόκληρη τη χώρα. Πραγματοποιήθηκαν χιλιάδες εκτελέσεις. Ορισμένες έγιναν στις επιδρομές των ανταρτών στις πόλεις και στα χωριά. Αρκετοί επίσης εκτελέστηκαν από τα στρατοδικεία του εθνικού στρατού.
Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος λαμβάνει τέλος με τη νίκη του Εθνικού στρατού.
Οι 8,000 μαχητές του Ένοπλου Στρατού του ΚΚΕ αντιμετώπισαν 100.000 κυβερνητικές δυνάμεις. Οι απώλειες των ανταρτών ήταν σημαντικές με 1,800 νεκρούς και αιχμαλώτους. Οι υπόλοιπες δυνάμεις διέφυγαν στην Αλβανία.
Στις 16 Οκτωβρίου η δημοκρατική κυβέρνηση ανακοίνωσε την παύση των εχθροπραξιών. Ο Ένοπλος Στρατός του ΚΚΕ δεν κατέθεσε τα όπλα, μα μονάχα τα έθεσε παρά πόδα.

Μεγάλη πληγή των συγκρούσεων ήταν τα σχεδόν 30,000 παιδιά τα οποία απήχθησαν με παιδομάζωμα από τους κομμουνιστές, επειδή είτε οι γονείς τους στρατολογήθηκαν και πέθαναν στις συγκρούσεις, είτε απλά τα απήγαγαν από τα σπίτια τους.

Η Ελλάδα έτσι τραυματισμένη και ενώ οι περισσότερες χώρες εδώ και χρόνια έχουν ήδη ξεκινήσει την ανοικοδόμησή τους μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, βγαίνει στην δεκαετία του 1950 με τον φόβο της κομμουνιστικής ανταρσίας να καραδοκεί και το πολίτευμα να μη λειτουργεί λόγω της διχόνοιας που προκάλεσαν οι συγκρούσεις στην ελληνική κοινωνία.

Με αυτό τον τρόπο η χώρα εισέρχεται σε μια νέα εποχή, στον Ψυχρό Πόλεμο.


Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.