Μερικές σκέψεις εν όψει της νέας συνάντησης του Τούρκου Προέδρου με τον Έλληνα Πρωθυπουργό στην Άγκυρα.

Πολύς λόγος γίνεται σχετικά με την ασκηθείσα –κατά τα λεγόμενα με περίσσια  αυτοπεποίθηση– ελληνική εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας. Υπό αυτό το πραγματολογικό ή μη στοιχείο προκύπτουν εύλογοι προβληματισμοί για μία σειρά ζητημάτων που εκφεύγουν πλέον από το αμιγές ελληνο-τουρκικό πλαίσιο. Μετά λοιπόν τον Ιούλιο του 2023 επανεκκίνησε ο ελληνο-τουρκικός διάλογος με διακηρυγμένο στόχο την εμπέδωση και τη συνεχή ανατροφοδότηση του καλού κλίματος μεταξύ των δύο χωρών. Η Διακήρυξη των Αθηνών, η οποία υπεγράφη την 7η Δεκεμβρίου του 2023 εστιάζει στον Πολιτικό Διάλογο (θέματα αμοιβαίου συμφέροντος και διερευνητικές/διαβουλευτικές συνομιλίες) στη Θετική Ατζέντα (Κοινό Σχέδιο Δράσης, περιλαμβάνει μέτρα κοινού ενδιαφέροντος στους τομείς της επιχειρηματικότητας-οικονομίας, τουρισμού, μεταφορών, ενέργειας κτλ) και στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (αφορούν το στρατιωτικό τομέα με σκοπό την εξάλειψη αδικαιολόγητων πηγών έντασης).

Η λογική της συγκεκριμένης στρατηγικής έγκειται στο γεγονός ότι συνδυαστικά αυτές οι τρεις συνιστώσες του επανακάμψαντος ελληνο-τουρκικού διαλόγου θα άμβλυναν τις εκ διαμέτρου αντίθετες θεάσεις των δύο κρατών για μια σειρά ζητημάτων που αφορούν το  Αιγαίο, τη Θράκη και την Ανατολική Μεσόγειο· το Κυπριακό έχει ήδη αποσυνδεθεί από τις διμερείς σχέσεις.  Φευ, ως σήμερα η «αρνητική» ατζέντα παραμένει ακλόνητη. Στο μεσοδιάστημα, πέραν του γνωστού επιμυθίου περί της ανάγκης ύπαρξης ανοικτών διαύλων μεταξύ των δύο κρατών ώστε να δημιουργήσουν–πώς και πότε ακριβώς εξακολουθούν να εμπίπτουν στη σφαίρα του απροσδιόριστου– οι κατάλληλες συνθήκες για να ξεπεραστεί(ούν) το(α) διμερές(ή) ζήτημα(τα),  προστέθηκε και το ρητόρευμα  περί της απαρασάλευτης αυτοπεποίθησης, βάσει της οποίας η  ελληνική πλευρά διεξάγει συνομιλίες με την Τουρκία.

Προφανώς η αυτοπεποίθηση συνιστά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση είτε συνδιαλέγεσαι σε προσωπικό επίπεδο, πολλώ δε μάλλον όταν εκπροσωπείς τη χώρα σου. Επομένως η διαρκής υπόμνησή της ως βασική συνιστώσα της διαπραγματευτικής πρακτικής από τον Έλληνα πρωθυπουργό και τους αρμοδίους κυβερνητικούς παράγοντες είναι μάλλον περιττή. Βεβαίως αυτοπεποίθηση χρειάζεται,  όχι μόνο όταν αποφασίσεις να συναντήσεις κάποιον για να συνομιλήσεις/διαπραγματευτείς/συνδιαλλαγείς, αλλά κι όταν αποφασίσεις να διακόψεις την (προ)διαπραγματευτική διαδικασία, προπάντων όταν αυτός εξακολουθεί να αμφισβητεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας σου.   

Στα δυόμιση έτη που έχουν παρέλθη από την επανέναρξη του ελληνοτουρκικού διαλόγου ουδέν νεότερο και ευμενέστερο έχει ανακύψει για την ελληνική πλευρά,  όσον αφορά τα ζητήματα που η Τουρκία θέτει και η Ελλάδα τα θεωρεί μη διαπραγματεύσιμα.

Φαίνεται λοιπόν ότι ο ελληνο-τουρκικός διάλογος όπως αυτός λαμβάνει χώρα έχει αποσυνδεθεί από τον τουρκικό αναθεωρητισμό, στο βαθμό που η Τουρκία συνεχίζει να θέτει τις ηγεμονικές της αξιώσεις έναντι της Ελλάδας δίχως να επηρεάζονται οι διμερείς σχέσεις. Συναφώς, η Τουρκία προσεγγίζει τη συγκαιρινή  αναβάθμιση της Ελλάδας στο περιφερειακό επίπεδο (βλ. κάθετος διάδρομος,  διευρυμένη στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, εμβάθυνση διμερών σχέσεων της Ελλάδας με χώρες της περιοχής), η οποία προέκυψε κι από εξωγενείς παράγοντες (Πόλεμος στη Γάζα, Πόλεμος στην Ουκρανία και αμερικανική πολιτική για ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία) ως αρνητική για την ίδια εξέλιξη.

Επομένως, το αφήγημα ότι η επένδυση στη θετική ατζέντα θα αναδιαμορφώσει το πλαίσιο και την προοπτική των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, από παίγνιο μηδενικού σε παίγνιο θετικού αθροίσματος, έως σήμερα δεν επιβεβαιώνεται. Η Τουρκία προσεγγίζει την όποια γεωπολιτική και/ή γεωοικονομική αναβάθμιση της Ελλάδας ως κατάσταση που επηρεάζει δυσμενώς τις στοχεύσεις της να καταστεί κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη.

Οι χαμηλές προσδοκίες από το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Άγκυρα για τις οποίες και τώρα μας προδιαθέτουν, άλλοτε χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα για να καταλαγιάσουν τις εύλογες ανησυχίες της ελληνικής κοινωνίας–σχετικά με το περιεχόμενο των διμερών συναντήσεων– και άλλοτε ως ρεαλιστική εκτίμηση του εν λόγω εγχειρήματος. Βέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι προσδοκίες δεν έχουμε μόνο εμείς έναντι της Τουρκίας, στο πλαίσιο του διμερούς διαλόγου, αλλά και τρίτα κράτη προς την Ελλάδα όσον αφορά τη στάση της έναντι της Τουρκίας.

Κοντολογίς, η διαιώνιση  μίας αλυσιτελούς (προ)διαπραγματευτικής διαδικασίας κινδυνεύει να καταστεί εξόχως επιζήμια εφ’ όσον τρίτα κράτη διαβλέψουν πως η ελληνική στάση έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού ενέχει στοιχεία μίας υπολανθάνουσας κατευναστικής διάθεσης. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι ορατό το ενδεχόμενο η Ελλάδα να χαρακτηριστεί, από κράτη που η ίδια τα προσδιορίζει ως συμμαχικά, «στρατηγικός τζαμπατζής» και κράτος από το όποιο έχουν χαμηλές προσδοκίες για τον έλεγχο του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Όντως χρειάζεται αυτοπεποίθηση για να επανεκκινήσεις το διάλογο με κράτος που θεωρεί ότι οι διμερείς σχέσεις οφείλουν να ευθυγραμμίζονται με τους δείκτες της ισχύος –και κυρίως με την αποφασιστικότητα έκαστου να τους χρησιμοποιήσει. Όμως  χρειάζεται να επιστρατεύσεις περίσσια αυτοπεποίθηση όταν είναι αναγκαίο να επανακαθορίσεις το περιεχόμενο και κυρίως να  διακόψεις μία διαδικασία που δεν ωφελεί ή βλάπτει τη χώρα σου. Σε διαφορετική περίπτωση η «αυτοπεποίθηση»  συνιστά εσωτερίκευση του στρατηγικού καταναγκασμού που σου ασκεί το άλλο μέρος. Έως πρότινος η Ελλάδα έχει να διαχειριστεί την απειλή του τουρκικού αναθεωρητισμού καθ’ εαυτή, πλέον ο τρόπος αντιμετώπισής του συνιστά και κριτήριο συμμαχικής αξιοπιστίας προς τρίτα κράτη. Κάποια εξ αυτών (βλ. Ισραήλ και Γαλλία) έχουν αρκετά διαφορετική οπτική στο τι συνίσταται η αυτοπεποίθηση. 

Εδώ και λίγα χρόνια, έχει καθιερωθεί η ενάτη Φεβρουαρίου, ημέρα θανάτου του ποιητή του εθνικού μας ύμνου Διονύσιου Σολωμού, να εορτάζεται ως παγκόσμια ημέρα της ελληνικής γλώσσας. O εορτασμός αυτός αποτελεί μια έμπρακτη αναγνώριση του σημαντικού διαχρονικού ρόλου της Ελληνικής ως φορέα πολιτισμικών αξιών οι οποίες συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού.

Ακολουθεί σχετικό άρθρο του Καθηγητή Αμφιλόχιου Παπαθωμά, Προέδρου του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Θάνος Δημόπουλος
Πρύτανης ΕΚΠΑ


Η παγκόσμια ημέρα ελληνικής γλώσσας

Η Ελληνική ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών και ομιλείται αδιαλείπτως στην ανατολική Μεσόγειο τουλάχιστον κατά τους τελευταίους τριάντα πέντε αιώνες, από την εποχή των μυκηναϊκών πινακίδων της γραμμικής γραφής Β´ και των ομηρικών ηρώων έως σήμερα, την εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των greeklish και της ποσοτικής έκρηξης στην παραγωγή και διακίνηση έντυπου, ηλεκτρονικού και προφορικού λόγου. Στο μακρύ ταξίδι της, η Ελληνική κατόρθωσε να επιβιώσει παρά τις πολλές εθνικές, πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές περιπέτειες που ταλάνισαν τους χρήστες της. Ως όργανο επικοινωνίας και λογοτεχνικής έκφρασης καλλιεργήθηκε εντατικά, προσέλαβε πολλές μορφές, εξέφρασε ποικίλες ιδεολογίες, βιοθεωρίες και φιλοσοφικά συστήματα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να συσσωρευθεί στο πέρασμα του χρόνου ένας απαράμιλλος λεξιλογικός πλούτος, που διευκολύνει τον σημερινό χρήστη στην απόδοση απαιτητικών νοημάτων με σαφήνεια και ακρίβεια.

Ήδη στους αρχαίους χρόνους, η Ελληνική αποτελούσε το όργανο έκφρασης σπουδαίων λογοτεχνών, φιλοσόφων και επιστημόνων. Ο Όμηρος, η Σαπφώ, ο Αισχύλος, ο Ηρόδοτος, ο Σοφοκλής, ο Θουκυδίδης, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης, ο Ιπποκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης είναι μερικοί μόνο από τους αρχαίους Έλληνες διανοητές που καλλιέργησαν την αρχαιότερη μορφή της γλώσσας μας και με αυτήν ως όχημα κληροδότησαν στους μεταγενέστερους την πνευματική παρακαταθήκη τους. Στη μετακλασική περίοδο, η Ελληνική διαδόθηκε μετά τις κατακτήσεις του Μακεδόνα στρατηλάτη Αλέξανδρου έως τα ανατολικά πέρατα της τότε οικουμένης. Κατά την αναμέτρησή της με τον Ρωμαίο κατακτητή, η ελληνική γλώσσα βγήκε και πάλι αλώβητη, καθώς οι Ρωμαίοι επηρεάστηκαν βαθύτατα από την ελληνική γραμματεία και ενέταξαν πολλές ελληνικές λέξεις στη γλώσσα τους. Η εκμάθηση των Ελληνικών έλαβε μεγάλη έκταση την περίοδο αυτή, ενώ η Ελληνική καθιερώθηκε ως η επίσημη γλώσσα της κρατικής διοίκησης για το σύνολο του ανατολικού τμήματος του κράτους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τούτο επέτρεψε στην Ελληνική να παραμείνει κατά την αυτοκρατορική περίοδο, κατά την ύστερη αρχαιότητα και αργότερα κατά τους μέσους χρόνους η επίσημη γλώσσα της ανατολικής ρωμαϊκής και μετέπειτα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εν ολίγοις, η Ελληνική διατηρήθηκε ως η βασική διεθνής γλώσσα για την ανατολική Μεσόγειο από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου τον όψιμο τέταρτο αιώνα π.Χ. έως την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και υπήρξε μητρική γλώσσα και όργανο επικοινωνίας και λογοτεχνικής έκφρασης του μεγαλύτερου τμήματος των πληθυσμών της ευρύτερης περιοχής. Η οικουμενικότητα της Ελληνικής αντανακλάται, μεταξύ άλλων, στο ότι έγινε η γλώσσα της Καινής Διαθήκης, ενώ σε αυτήν μεταφράστηκε ήδη κατά την πρώιμη Αλεξανδρινή περίοδο η Παλαιά Διαθήκη. Μέσω της Ελληνικής ο κλασικός πολιτισμός και οι διαχρονικές αξίες του μεταλαμπαδεύτηκαν στο Βυζάντιο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι βυζαντινοί λόγιοι έγιναν συνεχιστές του έργου των μεγάλων διανοητών της αρχαιότητας. Αλλά και μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, η ελληνική γλώσσα και σκέψη μεταφέρονται μαζί με τους Έλληνες λογίους στη Δύση συντελώντας στην Αναγέννηση του πνεύματος και του πολιτισμού στη δυτική Ευρώπη. Με αυτόν τον τρόπο η Ελληνική και μαζί της ο ελληνικός πολιτισμός καθίστανται και πάλι πανανθρώπινο κτήμα.

Από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, η Ελληνική έχει δεχτεί επιδράσεις από άλλα γλωσσικά συστήματα, πράγμα που συμβαίνει σε όλες τις φυσικές γλώσσες. Τούτο δεν είναι κάτι που πρέπει να μας τρομάζει· το αντίθετο, μάλιστα, αφού η αλληλεπίδραση των γλωσσών δημιουργεί κατά κανόνα μια εξαιρετικά γόνιμη δυναμική μετεξέλιξής τους. Η Ελληνική εξελίχθηκε από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. έως σήμερα ενίοτε με εντάσεις, αλλά, συνάμα, και με μια θαυμαστή αρμονία, και προσαρμόστηκε στις εκάστοτε ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προκλήσεις, διατηρώντας πάντοτε τον δυναμισμό της. Επηρέασε και η ίδια σημαντικά άλλες γλώσσες, κυρίως αυτές του δυτικού κόσμου, αλλά όχι μόνο, σε όλους τους τομείς της ζωής, της σκέψης, της επιστήμης και της τέχνης.

Οι σύγχρονοι Έλληνες πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς, γιατί έχουμε ως μητρική μια γλώσσα που υπήρξε οικουμενική. Η γλώσσα αυτή αποτελεί στη θαυμαστή διαχρονικότητά της ένα πολύτιμο στοιχείο της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας του λαού μας. Τούτο κατόρθωσε να συμπυκνώσει σε δύσκολους χρόνους (1941) και σε λίγες αράδες ο Γιώργος Σεφέρης: «Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους τού Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκονται μέσα σας, τώρα, βρίσκονται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας […] η σύγχρονή μας λογοτεχνία είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε, όχι μόνο την αρχαία λογοτεχνία, αλλά και όλη την ελληνική παράδοση» (Δοκιμές Α, 177-8).

Καθηγητής Αμφιλόχιος Παπαθωμάς

Πρόεδρος του Τμήματος Φιλολογίας
Φιλοσοφική Σχολή
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

International Greek Language Day

Greek belongs to the Indo-European family of languages and has been spoken uninterruptedly in the eastern Mediterranean for at least thirty-five centuries, from the age of linear-B tablets and Homeric heroes to our times, the times of social media, greeklish and of an unprecedented expansion in the production and diffusion of the printed word, of online and oral discourse. In the course of its long journey, Greek has managed to survive despite the numerous national, political, social and financial challenges its speakers had to face. As a means of communication and literary expression, it has been systematically cultivated, it has taken many forms, expressed various ideas, mentalities and philosophical systems. As a result, it has accumulated an unrivalled richness of vocabulary which enables the speakers of the present day to express demanding ideas with clarity and precision.

Greek has been since antiquity the means of expression of significant authors, philosophers and scientists. Homer, Sappho, Aeschylus, Herodotus, Sophocles, Thucydides, Euripides, Aristophanes, Hippocrates, Plato, Aristotle are among the many ancient Greek thinkers who cultivated the oldest form of our language and have passed on their intellectual heritage through it to the next generations. In the postclassic period, thanks to the conquests of Alexander the Great, Greek spread to the edges of the then known world. Challenged by the Roman conqueror, it emerged victorious: the Romans were deeply influenced by Greek culture and adopted many Greek words in their language. Greek was widely taught at that time and became the official administrative language of the eastern part of the Roman empire and, later, of the Byzantine empire. In short, Greek remained the main international language from the age of Alexander the Great to the fall of Constantinople in 1453 and was the mother tongue and the means of communication of most of the peoples of the eastern Mediterranean. The universality of Greek is reflected in the fact that it was the language in which the New Testament was written and into which the Old Testament was translated in the early Hellenistic period. Through Greek, classical culture and its eternal values were transmitted to the Byzantine empire. The Church Fathers and the byzantine scholars continued the work of the great thinkers of antiquity. Even after the fall of Constantinople, Greek language and thought were transferred along with Greek-speaking scholars to the West, and contributed to the intellectual and cultural Renaissance of Western Europe. In this way, Greek and, along with it, Greek culture have become the heritage of humanity in general.

From antiquity to the present day, Greek has been influenced from other linguistic systems, something which happens to all languages. This must not surprise us, for interaction between languages usually creates a highly productive dynamics in their development. The evolution of Greek from the second millennium BC to the present day has known tensions but also an admirable harmony and the Greek language has adapted to a series of historical, social and cultural challenges, particularly but not exclusively those mounted by the Western world, in all domains of life, thought, science and art.

Modern Greeks must feel lucky to be speaking a language that was once universal. This language, in its continuity across time, is a priceless element of our national and cultural identity. George Seferis has managed to express this in a few lines, written at difficult times (1941): ‘The Greek language, man, the sea… How marvellous it is to think that, from Homer’s time to the present, we are speaking, breathing and singing in the same language. And this has never stopped, whether it is Clytaemnestra talking to Agamemnon, or the New Testament or Romanus’s hymns and Digenis Akritas, or Cretan drama and Erotokritos, or folksongs. And all those, great or not, who have thought, spoken, counted in Greek, you must not think that they are like a path, a historical line, obscured in the night of the past and that they are outside of you. You must understand that all of these are inside of you, and that you will find them if you dig deep in yourself […]. Our modern literature is necessary to understand not only ancient literature but Greek tradition in its entirety’ (Dokimes, I, 177-8).

Professor Amphilochios Papathomas

Head of the Department of Greek Philology

School of Philosophy

Συμπληρώνονται φέτος 30 χρόνια από την κρίση των Ιμίων, κατά την οποία η Ελλάδα κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία από τις σοβαρότερες εθνικές κρίσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Η κρίση των Ιμίων δεν ήταν απλώς ένα θερμό επεισόδιο, αλλά ένα σημείο καμπής για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική, με μακροχρόνιες συνέπειες στην ασφάλεια και την εθνική αποτροπή.

Η έκβασή της αξιοποιήθηκε από την Τουρκία για να εισαγάγει έμπρακτα τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, μεταβάλλοντας δυσμενώς το στρατηγικό περιβάλλον ασφάλειας της Ελλάδας και αμφισβητώντας το καθεστώς κυριαρχίας.

Ειδικότερα, η κρίση των Ιμίων συνιστά ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα επικοινωνιακού Βατερλό, όπου η απουσία στρατηγικής επικοινωνίας υπονόμευσε τη συνολική διαχείριση της κρίσης και ακύρωσε στην πράξη, πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές.

Τα γεγονότα έδειξαν ότι η έκβαση μιας κρίσης δεν καθορίζεται μόνο από τις επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά και από την ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να διαμορφώνει σαφείς στρατηγικούς στόχους, συνεκτικό αφήγημα και να επικοινωνεί αποτελεσματικά με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και την κοινή γνώμη.

Στην περίπτωση των Ιμίων όμως, τίποτα από αυτά δεν λειτούργησε συντονισμένα και αποτελεσματικά.

Από την έναρξη έως και τη λήξη της κρίσης, τα στελέχη της κυβέρνησης Σημίτη δεν είχαν προσδιορίσει με σαφήνεια ποιο ήταν το πραγματικό πρόβλημα που καλούνταν να αντιμετωπίσουν και άρχισαν να επικοινωνούν χωρίς καθορισμένο διακύβευμα.

Παράλληλα, υπήρξε θεμελιωδώς διαφορετική προσέγγιση για τη διαδικασία αντιμετώπισης της κρίσης μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.

Για τη στρατιωτική ηγεσία, οι κρίσεις επιλύονται στο πεδίο και η επιτυχής διαχείρισή τους συνδέεται άμεσα με το κύρος, την αξιοπιστία τη συμβολική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων και την εθνική αποτρεπτική ισχύ.

Αντίθετα, για την τότε πολιτική ηγεσία και ιδίως για τον Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, οι κρίσεις μεταξύ δημοκρατικών κρατών επιλύονται πολιτικά, μέσω διαλόγου και αποκλιμάκωσης, καθώς όπως ο ίδιος αναφέρει (βλέπε: Σημίτης, Κώστας Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004, Αθήνα, Εκδόσεις Πόλις, 2005, σελ. 62), η συνέχιση της έντασης θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στη διεθνή εικόνα και την οικονομική σταθερότητα της χώρας.

Το διακύβευμα της κρίσης των Ιμίων ήταν συνεπώς, τελείως διαφορετικό για την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδας.

Κατά την εξέλιξη της κρίσης δεν υπήρξε ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα επικοινωνιακό χάσμα που λειτούργησε καθοριστικά στη μη επιτυχή έκβασή της.

Συγκεκριμένα, πρωταρχικός στόχος της τότε ελληνικής κυβέρνησης δεν ήταν η αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης έστω και με πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά το πώς θα ελαχιστοποιηθούν οι ευθύνες τους από τις επιπτώσεις της κρίσης, ώστε να μην επηρεαστούν τα ζωτικά πολιτικά τους συμφέροντα.

Δεν είναι τυχαίες άλλωστε, οι προσπάθειες των στελεχών της τότε κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη για την υποβάθμιση της σπουδαιότητας της κρίσης.

Ειδικότερα, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος έπειτα από το περιστατικό με τους τούρκους δημοσιογράφους της εφημερίδας Χουριέτ που υπέστειλαν την ελληνική σημαία στη μεγάλη Ίμια και ανύψωσαν την τουρκική, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Το Βήμα» προσπάθησε να υποβαθμίσει το θέμα λέγοντας ότι «έγινε πολύς λόγος για το τίποτα».

Για το ίδιο θέμα επίσης, ο κ. Πάγκαλος στην ομιλία του στη Βουλή στις 31 Ιανουαρίου 1996 κατά την διάρκεια της συζήτησης των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης Σημίτη, τόνισε ότι στο πλαίσιο εκτόνωσης της κρίσης, η ελληνική πλευρά υποβάθμισε το γεγονός και μετά την ανταλλαγή των ρηματικών διακοινώσεων θεώρησε ότι το επεισόδιο είχε λήξει (Βλέπε: Πρακτικά της Βουλής, Η’ Περίοδος, Σύνοδος Γ’, Συνεδρίαση ΞΖ’ της 31/1/1996, σελ. 3142).

Επιπρόσθετα, για τον τότε Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, η κρίση ήταν πολιτικό θέμα και θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με πολιτικά μέσα.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο του (σελ. 63), «Η επιλογή να συνέλθουμε στο πρωθυπουργικό γραφείο και όχι στην ειδική αίθουσα του Υπουργείου Εθνικής άμυνας δίπλα στο θάλαμο επιχειρήσεων έγινε συνειδητά. Ήθελα να αποφύγω τη δημιουργία της εντύπωσης ότι βρισκόμαστε μπροστά σε πολεμική κρίση. Το πρόβλημα ήταν πολιτικό και έπρεπε να αντιμετωπιστεί με πολιτικά μέσα και όχι με μια στρατιωτική επιχείρηση».

Στον αντίποδα, η στρατιωτική ηγεσία είχε άλλη προσέγγιση για τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης.

Χαρακτηριστικά είναι δε τα όσα αναφέρει ο ναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης στο βιβλίο του «Πορεία σε ταραγμένες θάλασσες» (σελ. 537), για το θέμα αυτό.

Συγκεκριμένα, τονίζει: «Ο χειρισμός της ελληνοτουρκικής κρίσης των Ιμίων, ως πεδίο διεθνών σχέσεων, βρισκόταν στην αρμοδιότητα του υπουργείου Εξωτερικών και επειδή το ελληνικό μοντέλο διεύθυνσης χειρισμού κρίσεων είναι πρωθυπουργοκεντρικό, την τελική διεύθυνση ασκούσε ο πρωθυπουργός.

Το ΓΕΕΘΑ υλοποίησε πολιτικές αποφάσεις που καθόριζαν ενέργειες των Ενόπλων Δυνάμεων.

Για το λόγο ότι οι στρατιωτικές κινήσεις σε περίοδο κρίσης παρακολουθούνται και ερμηνεύονται από την άλλη πλευρά και σηματοδοτούν μηνύματα κλιμάκωσης, αποκλιμάκωσης, το σύστημα χειρισμού κρίσεων προβλέπει άσκηση κλειστού πολιτικού ελέγχου όλων των στρατιωτικών ενεργειών.

Η πραγματικότητα αυτή, συν η ταχεία εξέλιξη της κατάστασης, επέβαλλε παρουσία της πολιτικής ομάδας στο κέντρο χειρισμού κρίσεων (Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων).

Κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη, διότι το αρνήθηκε ο πρωθυπουργός και οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι λειτούργησε αρνητικά για την Ελλάδα».

Η επιλογή αυτή εντασσόταν σε μια συνολικότερη προσέγγιση της κυβέρνησης στη διαχείριση της κρίσης, η οποία, πέραν των οργανωτικών και πολιτικών αστοχιών, χαρακτηριζόταν και από την απουσία σαφώς προσδιορισμένων επικοινωνιακών στόχων.

Ως αποτέλεσμα, η επικοινωνιακή διαχείριση δεν λειτουργούσε υποστηρικτικά των στρατηγικών επιλογών, αλλά συχνά τις υπονόμευε.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως ανέφερε στην ομιλία του στη Βουλή στις 31 Ιανουαρίου 1996, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος (βλέπε: Πρακτικά Βουλής, Η’ Περίοδος, Σύνοδος Γ΄, Συνεδρίαση ΞΖ΄, Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 1996, σελ. 3142), οι στρατηγικοί στόχοι της Ελλάδας ήταν οι εξής:

  • Όχι διαπραγματεύσεις με τη Τουρκία για όλα τα θέματα που εγείρουν.
  • Η αποφυγή του διαλόγου για τις βραχονησίδες Ίμια.
  • Η επιβολή της ειρηνικής διευθέτησης των τετελεσμένων γεγονότων που είχαν δημιουργηθεί, ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος.
  • Η μη δέσμευση της Ελλάδας για το μέλλον σε γενικότερες διαπραγματεύσεις επί των Ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Οι ανωτέρω στόχοι επιβεβαιώνονται και από τα όσα αναφέρει ο Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης στο βιβλίο του (σελ.62).

Συγκεκριμένα, ο Κώστας Σημίτης για το στόχο της αποφυγής πολέμου επισημαίνει: «Όλες αυτές τις μέρες βρίσκομαι βέβαια σε διαρκή επικοινωνία και συνεννόηση με τους κυρίους Πάγκαλο και Αρσένη. Έχω δώσει οδηγίες επιφυλακής και ετοιμότητας, επισημαίνοντας όμως ταυτόχρονα την ανάγκη να αποφευχθεί μια ένοπλη αναμέτρηση».

Σε σχέση με το στόχο της αποφυγής διαπραγματεύσεων, ο Κώστας Σημίτης αναφέρει: «Επιδίωξη της Τουρκίας είναι να διαπραγματευτεί τα θέματα που πιστεύει ότι υπάρχουν στο Αιγαίο απευθείας με την Ελλάδα. Αυτή η διαπραγμάτευση είναι λοιπόν που δεν πρέπει να μας επιβληθεί. Από την άλλη όμως πρέπει και να αποφύγουμε τη σύρραξη», (βλέπε: βιβλίο, σελ.65).

Για το ίδιο θέμα επίσης, σε άλλο σημείο του βιβλίου του (σελ. 66), ο κ. Σημίτης αναφέρει: «Αν θέλαμε λοιπόν να αποφύγουμε το διάλογο έπρεπε να αποφύγουμε τόσο τη σύγκρουση όσο και τη συγκέντρωση δυνάμεων στη περιοχή. Συμφωνήσαμε επίσης ότι προσφυγές στον ΟΗΕ ή στο ΝΑΤΟ δεν ενδείκνυνται, διότι θα μας καλούσαν σε άμεση συνεννόηση με τη Τουρκία. Η μόνη ενδεδειγμένη λύση, καταλήξαμε, ήταν η αποχώρηση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων από τη περιοχή και η επιστροφή στη προηγούμενη κατάσταση».

Οι ανωτέρω στρατηγικοί στόχοι της Ελλάδας, όπως αναφέρει ο πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης στο βιβλίο του (σελ. 537), ουδέποτε συζητήθηκαν σε πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο και ούτε μεταδόθηκαν στη στρατιωτική ηγεσία της χώρας.

Σε επικοινωνιακό επίπεδο επίσης, οι ανωτέρω στόχοι ουδέποτε έγιναν γνωστοί και ούτε επικοινωνήθηκαν σε κανένα ειδικό κοινό. Συνεπώς, αφού οι διαχειριστές της κρίσης (ελληνική κυβέρνηση) δε γνωστοποίησαν και δεν επικοινώνησαν τους στόχους της υψηλής τους στρατηγικής, πως ήταν δυνατό να κατανοηθεί από τους εκτελεστές των αποφάσεών τους, το τι πρέπει να επιδιωχθεί, ώστε να επιλυθεί επιτυχώς η κρίση;

Η ασάφεια ως προς τους στρατηγικούς στόχους αποτυπώθηκε αναπόφευκτα και στο επικοινωνιακό πεδίο, όπου η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε να υιοθετήσει μια συνεκτική και αξιόπιστη επικοινωνιακή στρατηγική κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Από μέρους της ελληνικής κυβέρνησης δεν υιοθετήθηκε μια επικοινωνιακή στρατηγική που να βασίζεται στην «άμεση και συχνή επικοινωνία» με τα ειδικά κοινά της, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη κοινή γνώμη σχετικά με τα δεδομένα και την εξέλιξη της κρίσης.

Επίσης, οι εσωτερικές διαμάχες των κορυφαίων στελεχών της κυβέρνησης που συμμετείχαν στη διαχείριση της κρίσης σε συνδυασμό με τις πολλές φωνές που μιλούσαν κατά την εξέλιξη της κρίσης και τις διαφορετικές θέσεις και δηλώσεις τους, κατέστησαν την ελληνική κυβέρνηση στην αντίληψη των ειδικών κοινών, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της κοινής γνώμης, ως έναν μη σοβαρό και αξιόπιστο δίαυλο επικοινωνίας και ενημέρωσης για τα τεκταινόμενα της κρίσης.

Χαρακτηριστική είναι δε, η αυτοκριτική του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη για τις αδυναμίες αυτές.

Συγκεκριμένα, κατά την ομιλία του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ στις 6 Φεβρουαρίου 1996 (Βλέπε: «Σημίτης: Ο πόλεμος είναι αναγκαίος μόνο εκεί που δεν μπορούμε να πετύχουμε την υπεράσπιση με ειρηνικά μέσα», Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Τετάρτη 7/2/1996, σελ. 4 & 5), τόνισε: «Ας έρθω τώρα στο χειρισμό της υπόθεσης ως προς τη κοινή γνώμη, τη δημόσια εικόνα που επιδείξαμε κατά τη διάρκεια της κρίσης και μετά. Οι χειρισμοί δεν ήταν ικανοποιητικοί στο βαθμό που θα έπρεπε. Θα έπρεπε η θέση μας να παρουσιαστεί πιο πειστικά, πιο ολοκληρωμένα και να προλαμβάνει αντιδράσεις».

Η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να επικοινωνήσει αποτελεσματικά τη στρατηγική της προς τα ειδικά κοινά της, σκιαγραφείτε ακόμη πιο γλαφυρά από τα όσα αναφέρει ο κ. Σημίτης στο βιβλίο του (σελ. 74). Συγκεκριμένα, τονίζει: «Στην Ένωση επικρατούσε αρνητική εντύπωση για τη χώρα μας, κι αυτό οφειλόταν όχι μόνο στο χειρισμό του θέματος των Σκοπιών στο παρελθόν, αλλά και στις εσωτερικές αντιδράσεις που ακολούθησαν το επεισόδιο των Ιμίων. Ένα σημαντικό τμήμα του ΠΑΣΟΚ αμφισβητούσε την ικανότητα της κυβέρνησης να χειριστεί τα εθνικά θέματα, η Νέα Δημοκρατία μιλούσε για συνεχή υποχωρητικότητα απέναντι στη Τουρκία, ορισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης μετέδιδαν ειδήσεις για νέο θερμό επεισόδιο και όλοι οι επικριτές υποστήριζαν από κοινού ότι πολύ κακώς η κυβέρνηση ζητούσε τη παραπομπή της Τουρκίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης».

Στο ίδιο πλαίσιο, κατά τη διαχείριση της κρίσης των Ιμίων, η ελληνική κυβέρνηση εξέπεμψε αλληλοσυγκρουόμενα και αντιφατικά μηνύματα, που υπονόμευσαν την αξιοπιστία της τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εν λόγω κατάστασης ήταν οι δηλώσεις του τότε Πρωθυπουργού κ. Σημίτη στις 29 και 30 Ιανουαρίου 1996 που ταυτόχρονα κλιμάκωναν και υπονόμευαν την κρίση.

Συγκεκριμένα, τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Ιανουαρίου 1996 ξεκίνησε η εθνική διακλαδική άσκηση επί χάρτου «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ-96», με σενάριο ελληνοτουρκικής κρίσης στο Αιγαίο. Την ίδια ημέρα, μετά την ανακοίνωση της Τανσού Τσιλέρ στη σύσκεψη του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας –ότι «τα Ίμια ανήκουν στη Τουρκία και δεν θα παραχωρηθεί ούτε μία πέτρα από τα εδάφη της»– ο Κώστας Σημίτης σήκωσε τους τόνους, κάνοντας μια σκληρή και έντονα επιθετική δήλωση.

Ειδικότερα δήλωσε: «Σ’ αυτόν και σε οποιονδήποτε επιθετικό εθνικισμό απαντάμε ότι η αντίδραση της Ελλάδας θα είναι έντονη, άμεση και αποτελεσματική. Έχουμε τα μέσα και θα τα χρησιμοποιήσουμε χωρίς δισταγμό. Δεν δεχόμαστε καμιά απολύτως αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Ας μη γελιούνται».

Η δήλωση αυτή, σε συνδυασμό με την έναρξη της άσκησης «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ-96» και την αποβίβαση των Ελλήνων βατραχανθρώπων στη μεγάλη Ίμια, σηματοδοτούσε στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, αλλά και στα ειδικά κοινά της Ελλάδας, ότι η Ελλάδα κλιμακώνει τη κρίση και ότι επιθυμεί η αντιπαράθεση να επιλυθεί στο πεδίο της μάχης.

Παρά τις δηλώσεις και τις κινήσεις αυτές, ο Πρωθυπουργός όμως κατά την ομιλία του στη βουλή, στις 29 Ιανουαρίου 1996, έκανε μια αναφορά η οποία πραγματικά έστειλε στη Τουρκία ένα ακόμη αντιφατικό μήνυμα [βλέπε: Πρακτικά Βουλής, Η’ Περίοδος, Σύνοδος Γ΄, Συνεδρίαση ΞΕ΄, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 1996, σελ. 3087 & 3088].

Συγκεκριμένα, στην ομιλία του, ο Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης προσδιόρισε τη σχέση της Ελλάδας με τη Τουρκία και τόνισε: «Όσον αφορά τη Τουρκία, η Ελλάδα αναγνωρίζει την αναγκαιότητα του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας. Μια τέτοια προοπτική πρέπει να συνδέεται άμεσα με το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις αρχές της δημοκρατίας και τις πολιτικές αξίες της Ευρώπης. Βάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων παραμένουν οι κανόνες διεθνούς δικαίου και διεθνών συνθηκών και η κατηγορηματική θέληση της Ελλάδας να προασπίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα».

Σχολιάζοντας, την ανωτέρω αναφορά θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη δεδομένη συγκυρία είναι άτοπη και μεταφέρει στη Τουρκία και τα ειδικά κοινά της Ελλάδας ένα λάθος μήνυμα.

Κοντολογίς, όταν κλιμακώνεις μια κρίση και σχεδιάζεις πολεμική εμπλοκή είναι μοιραίο λάθος να δηλώνεις ότι στηρίζεις τις εθνικές στρατηγικές επιλογές του αντιπάλου σου.

Επίσης, στις 10:45 το πρωί της 30ης Ιανουαρίου 1996, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο γραφείο του Πρωθυπουργού στη Βουλή, με συμμετοχή των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Άμυνας, Εξωτερικών, Εσωτερικών, Τύπου, και τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ. Θέμα ήταν η αξιολόγηση της κατάστασης και η λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση της κρίσης.

Δεν επρόκειτο για συνεδρίαση ΚΥΣΕΑ και δε τηρήθηκαν πρακτικά. Η μη σύγκληση του ΚΥΣΕΑ και η σύσκεψη στο γραφείο του Πρωθυπουργού στη βουλή δε συνάδουν με το κλίμα κλιμάκωσης και τη δήλωση της 29ης Ιανουαρίου από το Πρωθυπουργό και αποτελούν ένα ακόμη αντιφατικό μήνυμα που εκπέμφθηκε προς την Τουρκία.

Στο ίδιο πλαίσιο, λίγο πριν τη σύσκεψη στη βουλή, ο Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έκανε μια δήλωση σε τελείως διαφορετικό τόνο από αυτή της 29ης Ιανουαρίου.

Συγκεκριμένα ανέφερε ότι: «Αν η Τουρκία αποσύρει τα πλοία της, τότε και εμείς θα αποσύρουμε τα δικά μας». Επιπρόσθετα, στη σύσκεψη που ακολούθησε στο γραφείο του, ο Πρωθυπουργός ζήτησε να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και να αποφευχθούν ενέργειες κλιμάκωσης της κρίσης (βλέπε: βιβλίο Λυμπέρη σελ. 566).

Επιπλέον, η σύγκρουση στρατιωτικών κινήσεων κλιμάκωσης με διπλωματικές δηλώσεις αποκλιμάκωσης, σε συνδυασμό με την ενημέρωση του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης μέσω τηλεόρασης για την κατάληψη της Ανατολικής Ίμια και την πτώση του ελικοπτέρου, κατέδειξε πλήρως τη σύγχυση, την ασυντόνιστη επικοινωνία και την έλλειψη σαφούς στρατηγικής.

Ταυτόχρονα, οι μεταγενέστερες δηλώσεις του Πρωθυπουργού και των υπουργών του ΠΑΣΟΚ μετά την αποκλιμάκωση της κρίσης, οι οποίες απέδωσαν ευθύνες στις ένοπλες δυνάμεις ή ευχαρίστησαν τις ΗΠΑ, ενίσχυσαν την εικόνα αδυναμίας και έλλειψης αξιοπιστίας της ελληνικής κυβέρνησης, αποδομώντας πλήρως το αφήγημά της στα ειδικά κοινά, τα ΜΜΕ και την κοινή γνώμη.

Εν κατακλείδι, το δίδαγμα από το Βατερλό της επικοινωνιακής διαχείρισης της κρίσης των Ιμίων είναι σαφές: στο σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον, η στρατηγική επικοινωνία αποτελεί κρίσιμο συντελεστή ισχύος.

Η αποτελεσματική διαχείριση μιας διεθνούς κρίσης δεν εξαρτάται μόνο από την έκβαση των επιχειρήσεων στο πεδίο, αλλά και από τη ικανότητα μιας χώρας να επικοινωνεί στρατηγικά, με σαφήνεια, συνέπεια και αξιοπιστία.

Η αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης να το πράξει δεν κόστισε μόνο πολιτικά, αλλά υπονόμευσε την εθνική αποτροπή και ασφάλεια.

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος 


Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.